"Ω Κρίτων, έφη, τω Ασκληπιώ ωφείλομεν αλεκτρυόνα. αλλά απόδοτε και μή αμελήσητε" Σωκράτης, 469-399 π.Χ.

Δευτέρα, 19 Αυγούστου 2013

ΣΑΛΑΜΙΝΑ: Η ναυμαχία στην οποία η Δύση οφείλει την ύπαρξή της .-

Χάρτης του ελληνικού κόσμου κατά τη διάρκεια της μάχης

Η ελληνική ναυτική νίκη στα νερά της Σαλαμίνας το 480 π.Χ. και οι χερσαίες μάχες που ακολούθησαν ολοκλήρωσαν την ήττα των Περσών που είχε αρχίσει στον Μαραθώνα μια δεκαετία νωρίτερα . Η νίκη εξασφάλισε την ανεξαρτησία των ελληνικών πόλεων-κρατών, η οποία πρόσφερε τόσο το περιβάλλον όσο και τη στρατιωτική ισχύ στον Μέγα Αλέξανδρο για να δημιουργήσει την τεράστια αυτοκρατορία του έναν αιώνα αργότερα. Αυτή η αυτοκρατορία επέβαλε την κυριαρχία της ελληνικής φιλοσοφίας στον Δυτικό πολιτισμό κατά τους επόμενους αιώνες.

Παρά την ήττα τους από τους Έλληνες στον Μαραθώνα το 490 π.Χ., οι Πέρσες διατηρούσαν πάντα έναν τρομερό στρατό και ένα ναυτικό που ήλεγχε τις θαλάσσιες οδούς. Ο Δαρείος Α', που είχε ηττηθεί στον Μαραθώνα, σκόπευε να αρχίσει άλλη μια επίθεση εναντίον της Ελλάδας, αλλά πρώτα έπρεπε να καταστείλει μια επανάσταση στην Αίγυπτο. Πέθανε όμως πριν γίνει αυτό, το 486 π.Χ. Ο γιος του Ξέρξης πήρε τη θέση του και σύντομα απέδειξε τις πολεμικές ικανότητες του νικώντας τους Αιγυπτίους επαναστάτες. Ύστερα στρά φηκε κατά της Ελλάδας για να εκδικηθεί την ήττα του πατέρα του και να επεκτείνει τα όρια της Περσικής Αυτοκρατορίας προς δυσμάς.



Στη δεκαετία που ακολούθησε τη νίκη στον Μαραθώνα, οι Έλληνες ταλανίζονταν από εσωτερικές διαμάχες. Όταν ωστόσο έφθασαν οι ειδήσεις ότι ο Ξέρξης είχε ξεκινήσει εναντίον τους με στρατό που ίσως ξεπερνούσε το 1.000.000.000 άνδρες και τα 1.200 πλοία, οι νότιες ελληνικές πόλεις-κράτη της Αθήνας, της Σπάρτης και των Κυκλάδων συνενώθηκαν για να αντιμετωπίσουν τους εισβολείς. Οι βόρειες περιοχές, που ήταν πολύ δύσκολο να αντισταθούν και βρίσκονταν στον δρόμο του προελαύνοντος περσικού στρατού, έδειξαν απροθυμία να μετάσχουν στη συμμαχία. Σε μια προσπάθεια να εξασφαλίσει την υποστήριξη των βόρειων περιοχών, η νότια συμμαχία έστειλε έναν μικρό στρατό από Σπαρτιάτες για να υπερασπιστούν το πέρασμα των Θερμοπυλών. Πριν αρχίσει η μάχη οι περισσότεροι Σπαρτιάτες γύρισαν πίσω, αφήνοντας μόνο 300 άνδρες και 1.000 Βοιωτούς συμμάχους για να κρατήσουν το πέρασμα

Εκείνοι το έκαναν με τόση γενναιότητα, ώστε σκοτώθηκαν όλοι. Μολονότι όμως άφησαν ένα αιώνιο παράδειγμα ικανότητας και ανδρείας, η μάχη τους είχε ελάχιστη ή και καθόλου επίδραση στη σύγκρουση που ακολουθήσε.

Από τις Θερμοπύλες οι Πέρσες συνέχισαν την πορεία τους νοτίως προς την Αθήνα, παραλλήλως προς την ακτογραμμή. Το ναυτικό ακολουθούσε κατά μήκος των παραλίων μεταφέροντας εφόδια για την τεράστια χερσαία δύναμη. Ορισμένες περιγραφές, κυρίως Ελλήνων που επιδίωξαν να μεγιστοποιήσουν την αξία της επακόλουθης νίκης τους, υπολογίζουν τον όγκο του περσικού στρατού σε 2.000.000 άτομα κάποια μάλιστα φτάνει στα 5.000.000. Ακόμη όμως και αν υπολογίσουμε το βοηθητικό προσωπικό και τους συνοδούς της εκστρατείας, αυτοί οι αριθμοί είναι εξαιρετικά υπερβολικοί, αφού ούτε ο περσι κός πληθυσμός ούτε το σύστημα ανεφοδιασμού εκείνης της εποχής μπορούσαν να αντέξουν έναν τόσο μεγάλο στρατό. Στην πραγματικότητα, οι περσικές χερσαίες δυνάμεις πιθανότατα να έφθαναν τα 200.000 άτομα


Ανεξαρτήτως του ακριβούς αριθμού των Περσών, οι Έλληνες αντιλήφθηκαν ότι δεν μπορούσαν να αντισταθούν σε μια τόσο μεγάλη δύναμη. Ο ηγέτης τους, ο Αθηναίος Θεμιστοκλής, σκέφτηκε ότι η μοναδική ελπίδα νίκης βρισκόταν στη θάλασσα. Αν νικούσαν τον περσικό στόλο, ο εχθρικός στρατός θα υποχωρούσε από έλλειψη εφοδίων. Παρά τις ανησυχίες ορισμένων υφισταμένων του, ο Θεμιστοκλής έπεισε τους συμμάχους του να εγκαταλείψουν την ελληνική ενδοχώρα και να μεταβούν στη γειτονική Σαλαμίνα. Εκεί θα παρέτασσαν το ενωμένο ναυτικό τους κατά του περσικού στόλου.

Ο Ξέρξης μπήκε στην Αθήνα και νίκησε γρήγορα τη μικρή ελληνική φρουρά που είχε μείνει εκεί για να υπερασπιστεί την Ακρόπολη. Ενώ οι Πέρσες λεηλατούσαν και έκαιγαν την πόλη, ο Θεμιστοκλής έστειλε αγγελιαφόρους που υποκρίθηκαν ότι ήταν λιποτάκτες για να πουν στον Ξέρξη ότι οι Έλληνες ήταν διχασμένοι από εσωτερικές διαμάχες και ετοιμάζονταν να φύγουν με τα πλοία τους. Ο Πέρσης ηγέτης αποφάσισε να αναλάβει μια επίθεση για να καταστρέψει τα ελληνικά σκάφη πριν προλάβουν να απομακρυνθούν


Ο Ξέρξης έστησε το στρατόπεδο του στην ξηρά και τοποθέτησε έναν χρυσό θρόνο σε μια πλαγιά του Αιγάλεω που έβλεπε προς τα νερά της Σαλαμίνας, α πό οπού θα μπορούσε να παρακολουθήσει την επικείμενη νίκη του. Το πρωί της 23 Σεπτεμβρίου 480 π.Χ. κάθισε στον θρόνο και έδωσε διαταγή να επιτεθούν τα πλοία του. Το περσικό ναυτικό, που είχε μειωθεί σε 1.000 πλοία λόγω μιας πρόσφατης θύελλας, εξακολουθούσε να υπερέχει του ελληνικού σε ανα ογία τρία προς ένα. Ωστόσο, οι 370 ελληνικές τριήρεις, με την τριπλή σειρά κουπιών, ήταν ταχύτερες και μεγαλύτερες από τα εχθρικά πλοία. Οι Έλληνες είχαν επίσης το πλεονέκτημα ότι γνώριζαν πολύ καλά τα νερά στα οποία γινόταν η σύγκρουση. Ακόμη πιο σημαντικό ήταν το γεγονός ότι κάθε Έλληνας ναυτικός και στρατιώτης ήξερε πολύ καλά ότι μόνο ο ίδιος και οι συμπολεμιστές του βρίσκονταν ανάμεσα στις οικογένειες τους και στον περσικό στρατό. Η ύπαρξη της Ελλάδας κρεμόταν από τα χέρια τους.

Οι Πέρσες πλησίασαν με τον ημικυκλικό σχηματισμό τους, που ήταν χαρακτηριστικός εκείνης της εποχής. Τα ελληνικοί πλοία εμβόλισαν τα εχθρικά και τα ακινητοποίησαν με άρπαγες, έτσι ώστε να μπορέσει το πεζικό να περάσει σε αυτά και να εξουδετερώσει τα αντίπαλα πληρώματα. Μια μικρή ελληνική δύναμη περίπου 30 πλοίων, που είχε μείνει σε εφεδρεία, χτύπησε τις περσικές πτέρυγες καθώς οι κύριες ελληνικές δυνάμεις άρχισαν να αποκτούν την πρωτοβουλία των κινήσεων.


Σε διάστημα οκτώ ωρών ο Ξέρξης είδε από τον θρόνο του το μισό σχεδόν ναυτικό του να καταλήγει στον βυθό της θάλασσας. Οι ελληνικές απώλειες ή ταν μόλις 40 πλοία. Για πρώτη φορά στην ιστορία μια ναυμαχία είχε κρίνει το αποτέλεσμα ενός πολέμου. Με το μεγαλύτερο μέρος του ναυτικού του κατεστραμμένο και τα βοηθητικά σκάφη του απειλούμενα πλέον άμεσα, ο Ξέρξης δεν είχε άλλη επιλογή παρά να επιστρέφει στη Μικρά Ασία. Άφησε όμως πίσω του έναν στρατό 10.000 περίπου ανδρών για να κρατήσει την ελληνική ενδοχώρα, αλλά μέχρι τον επόμενο Αύγουστο είχαν όλοι παραδοθεί στους Έλληνες.


Το περσικό ναυτικό παρέμεινε ισχυρό παρά την ήττα στη Σαλαμίνα. Ωστόσο, οι Έλληνες πήραν τη θέση τον Περσών ως κυρίαρχη δύναμη στη Μεσόγειο. Χρειάστηκε άλλος ένας αιώνας και πολλοί ακόμη εσωτερικοί πόλεμοι πριν ο Μέγας Αλέξανδρος ενώσει όλη την Ελλάδα και κατανικήσει την Περσική Αυτοκρατορία, αλλά ο ακρογωνιαίος λίθος της τελικής νίκης του είχε ήδη τεθεί. Η ναυμαχία της Σαλαμίνας εγγυόταν πλέον τη διαρκή ανεξαρτησία της Ελλάδας και την πρόοδο ενός πολιτισμού και μιας φιλοσοφίας που θα επηρέαζε ολόκληρη την Ευρώπη και θα επεκτεινόταν τελικά μέχρι τη βόρεια Αμερική.

Μνημείο για τη Μάχη της Σαλαμίνας,Κυνόσουρας χερσόνησο, Σαλαμίνα, Ελλάδα

Αν ο Ξέρξης είχε νικήσει στη Σαλαμίνα, είναι αμφίβολο αν οι διχασμένοι Έλληνες θα κατάφερναν να ενωθούν εκ νέου για να διώξουν τους Πέρσες από την πατρίδα τους. Αν η Σαλαμίνα είχε διαφορετική κατάληξη, είναι πολύ πιθανόν ότι η Περσία -και όχι η Ελλάδα- θα είχε εξαπλώσει την επιρροή της στην Ευρώπη και στη Δύση.

“Οι 100 μεγαλύτερες μάχες όλων των εποχών”. 
Από τον Michael Lee Lanning-ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΝΑΛΙΟΣ

Πηγή :http://lithosfotos.blogspot.gr/2013/08/blog-post_8024.html?utm_source=dlvr.it&utm_medium=twitter

ΔΕΙΤΕ ΣΕ ΒΙΝΤΕΟ ΟΛΑ ΟΣΑ ΑΦΟΡΟΥΝ ΣΤΗ ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΗΣ ΣΑΛΑΜΙΝΑΣ



.
πηγή :  http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CE%B1%CF%85%CE%BC%CE%B1%CF%87%CE%AF%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%A3%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CF%82

ΒΙΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ (524-449 π.Χ.)
Αθηναίος πολιτικός και στρατηγός, ο νικητής της Σαλαμίνας. Έγινε άρχοντας το 492. Υπήρξε ο ιδρυτής της ναυτικής δύναμης της Αθήνας προτείνοντας το 482 στην Εκκλησία του Δήμου να ψηφιστεί νόμος, σύμφωνα με τον οποίο τα κέρδη από τα ορυχεία του Λαυρίου δεν θα μοιράζονταν στους πολίτες, αλλά θα τα χρησιμοποιούσαν για την κατασκευή στόλου. Ο αντίπαλός του Αριστείδης, που εναντιώθηκε στο νόμο του Θεμιστοκλή, εξορίστηκε, αφήνοντάς τον κυρίαρχο της πολιτικής ζωής της Αθήνας. Μετά τη μάχη των Θερμοπυλών, ο Θεμιστοκλής έπεισε τους Αθηναίους να επιβιβαστούν στα πλοία για να πολεμήσουν, ενώ τα γυναικόπαιδα και οι γέροντες κατέφυγαν στην Αίγινα, τη Σαλαμίνα και την Τροιζήνα. Μετά το τέλος των Περσικών πολέμων, οι Αθηναίοι, με την καθοδήγηση του Θεμιστοκλή, ανοικοδόμησαν την πόλη τους, ενώ έχτισαν τείχη που ονομάστηκαν Μακρά και ένωναν την Αθήνα με το λιμάνι της, τον Πειραιά. Το 471 π.Χ., οι Αθηναίοι τον εξοστράκισαν όταν οι Σπαρτιάτες τον κατηγόρησαν για προδοσία υπέρ των Περσών. Αργότερα, προσπάθησαν να τον συλλάβουν και ο Θεμιστοκλής αναγκάστηκε να ζητήσει καταφύγιο στον Πέρση βασιλιά Αρταξέρξη Α', που τον διόρισε κυβερνήτη στην επαρχία της Μαγνησίας. Εδώ πέθανε το 449 από αρρώστια ή αυτοκτονώντας επειδή αρνήθηκε να βοηθήσει τον Αρταξέρξη που ετοιμαζόταν να εκστρατεύσει στην Ελλάδα.

ΕΥΡΥΒΙΑΔΗΣ
Σπαρτιάτης ναύαρχος του 5ου αιώνα π.Χ., γιος του Ευρικλείδη. Αν και δεν καταγόταν από βασιλική γενιά, η Σπάρτη του ανέθεσε την αρχηγία του στόλου της κατά την περσική εισβολή το 480. Ο στόλος του, σχετικά μικρός σε σχέση με τον αθηναϊκό, πολέμησε στο Αρτεμίσιο, ενώ στον ίδιο ανατέθηκε η αρχηγία του ελληνικού στόλου. Μαζί με τον Θεμιστοκλή διηύθυναν τον ελληνικό στόλο στη ναυμαχία της Σαλαμίνας το 480. Ο Ευρυβιάδης αντιδρούσε στην επιλογή του Θεμιστοκλή να συγκρουστούν τα ελληνικά πλοία στα στενά της Σαλαμίνας, επειδή πίστευα ότι έπρεπε να ναυμαχήσουν στον Ισθμό, ώστε αφενός να υπερασπιστεί την Πελοπόννησο και αφετέρου να έχει δυνατότητα διαφυγής σε περίπτωση ήττας. Είναι πολύ γνωστό το επεισόδιο με τον Θεμιστοκλή, πριν τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, κατά το συμβούλιο των Ελλήνων. Θυμωμένος με τον Θεμιστοκλή και διαφωνώντας για τον τρόπο αντιμετώπισης των Περσών, σήκωσε το χέρι του να τον χτυπήσει. Τότε ο Θεμιστοκλής του είπε την πασίγνωστη φράση: «Πάταξον μεν, άκουσον δε». Ο Ευρυβιάδης, άνθρωπος μάλλον με αδύναμο χαρακτήρα, υποχώρησε και ο Θεμιστοκλής δικαιώθηκε από την εξέλιξη της μάχης. Τιμήθηκε από τους Σπαρτιάτες με βραβείο ανδρείας.

ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ (540-468 π.Χ.)
Αθηναίος στρατηγός, γιος του Λυσίμαχου, επονομαζόμενος και «Δίκαιος». Καταγόταν από πλούσια οικογένεια και ήταν φημισμένος για την ακεραιότητα του χαρακτήρα του και το ήθος του. Αναμίχθηκε στην πολιτική όταν οι Αθηναίοι έδιωξαν τους Πεισιστρατίδες και με το θάνατο του Κλεισθένη έγινε αρχηγός της συντηρητικής παράταξης. Στη μάχη του Μαραθώνα το 490 π.Χ. ήταν ένας από τους δέκα στρατηγούς, όπου παραχώρησε με γενναιοψυχία την αρχιστρατηγία στον Μιλτιάδη. Τον επόμενο χρόνο εκλέχθηκε επώνυμος άρχοντας, αλλά το 483 εξοστρακίστηκε από την Αθήνα, γιατί αντέδρασε στο ναυτικό πρόγραμμα του Θεμιστοκλή. Χαρακτηριστικό του μεγαλείου του και της δικαιοσύνης του είναι το γεγονός που συνέβη την εποχή του εξοστρακισμού του, όπου βοήθησε έναν αγράμματο χωρικό, που ήθελε τον εξοστρακισμό του, να γράψει στο όστρακο το όνομα «Αριστείδης». Όταν επρόκειτο να γίνει η ναυμαχία της Σαλαμίνας και οι Πέρσες σχεδίαζαν να περικυκλώσουν τα ελληνικά πλοία, ο Αριστείδης κρυφά έφτασε από την Αίγινα, όπου είχε εξοριστεί και ενημέρωσε τον Θεμιστοκλή. Πολέμησε γενναία στη Σαλαμίνα, όπου εξόντωσε τους Πέρσες στην Ψυττάλεια, στις Πλαταιές και ήταν από τους αρχηγούς του αθηναϊκού στόλου στις εκστρατείες στο Βυζάντιο και την Κύπρο. Ανέλαβε τέλος, λόγω της ακέραιου χαρακτήρα του, το ταμείο της Δηλιακής Συμμαχίας των Αθηναίων.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ (525-456 π.Χ.)
Κορυφαίος Έλληνας τραγικός ποιητής, γεννημένος μάλλον στην Ελευσίνα ή στην Παλλήνη. Ο πατέρας του λεγόταν Ευφορίων. Πολέμησε στους Περσικούς πολέμους και διακρίθηκε στη μάχη του Μαραθώνα, όπου και τραυματίστηκε. Το 480 π.Χ. πολέμησε και πάλι στο Αρτεμίσιο, το βόρειο ακρωτήριο της Εύβοιας. Συμμετείχε για πρώτη φορά σε δραματικούς αγώνες νικηφόρα το 484 π.Χ. Πέτυχε άλλες 12 νίκες. Στο έργο «Πέρσες» (472) δίνει έναν ύμνο στην Αθήνα, μια έξοχη εσωτερική δομή δράματος και μια αιτιολόγηση της περσικής «ύβρεως». Ο Αισχύλος νικάει ξανά το 467 με την τριλογία Οιδίπους (από την οποία σώζεται μόνον η «Επτά επί Θήβας») και μετά την τριλογία της Ορέστειας το 458 (ΑγαμέμνωνΧοηφόροι και Ευμενίδες) φεύγει για τη Σικελία. Πέθανε στη Γέλα της Σικελίας, το 456/455 σε ηλικία 69 ετών, όπου του αποδόθηκαν τιμές ήρωα, με δημόσια ταφή, θυσίες και παραστάσεις κοντά στο μνήμα του, το οποίο έγινε τόπος προσκυνήματος. Σώζονται επίσης ο «Προμηθέας Δεσμώτης» και οι «Ικέτιδες» (463). Τα σωζόμενα έργα του με ερμηνευτικά σχόλια εξέδωσαν οι Βυζαντινοί λόγιοι και από το Βυζάντιο πέρασαν στη Δύση, λίγο πριν την Άλωση, με το Μεδίκειο κώδικα του 10ου αιώνα.

ΞΕΡΞΗΣ (-465 π.Χ.)
Βασιλιάς της Περσίας (485-465 π.Χ.), γιος του Δαρείου Α'. Ανέβηκε στο θρόνο με τη βοήθεια της μητέρας του Άτοσσας, η οποία είχε παντρευτεί σε δεύτερο γάμο τον Δαρείο, παραγκωνίζοντας τα μεγαλύτερα ετεροθαλή αδέλφια του. Αφού κατέστειλε επανάσταση που είχε ξεσπάσει στην Αίγυπτο, ο Ξέρξης άρχισε τις ετοιμασίες για να εισβάλει στην Ελλάδα και να εκδικηθεί την αποτυχημένη εκστρατεία του πατέρα του. Με τις συμβουλές διαφόρων Ελλήνων εξόριστων στην αυλή του, όπως του βασιλιά της Σπάρτης Δημάρατου, διαφόρων Θεσσαλών και του γιου του Πεισίστρατου Ιππία, ξεκίνησε το 480 από τις Σάρδεις με πολυάριθμο στρατό. Μετά την ήττα του στους Περσικούς πολέμους, ο Ξέρξης, που δεν ήταν ικανός στρατιωτικός, γύρισε στην Περσία, αφήνοντας τον Μαρδόνιο στην Ελλάδα. Δολοφονήθηκε το 465 π.Χ. από τον Αρτάβανο, που θέλησε να σφετεριστεί το θρόνο του. Ο Ξέρξης έκανε σημαντικό στρατηγικό σφάλμα στη Σαλαμίνα, όταν παρασύρθηκε από την εξυπνάδα του Θεμιστοκλή και συνέδεσε το όνομά του με τις δυο σημαντικότερες μάχες της παγκόσμιας Ιστορίας, στις Θερμοπύλες και στη Σαλαμίνα, που καθόρισαν, μαζί με τον Μαραθώνα, ηθικά και πολιτικά την ιστορική διαδρομή του ελληνικού έθνους, αλλά και διαμόρφωσαν οριστικά τις σχέσεις Δύσης και Ανατολής σε μια κρίσιμη ιστορική περίοδο.

1 σχόλιο: