"Ω Κρίτων, έφη, τω Ασκληπιώ ωφείλομεν αλεκτρυόνα. αλλά απόδοτε και μή αμελήσητε" Σωκράτης, 469-399 π.Χ.

Δευτέρα, 17 Μαρτίου 2014

Ελλάδα των χρεών για 190 χρόνια ! Δυστηχώς επτωχευσαμεν" Τρικούπης - "Selective Default" Παπανδρέου -> κλπ


Οταν ο Σουρής σάρκαζε την πτώχευση & ο Βενιζέλος εκφωνούσε τον επικήδειό του!
Οδύνη, αλλά και σαρκασμός. Κωμικοτραγικές ιδέες για την «αντιμετώπιση» των οικονομικών κρίσεων. Η Ελλάδα όδευε προς τις εκάστοτε πτωχεύσεις της με κάμποσο χιούμορ - και με χιούμορ πάσχιζε να επουλώσει ορισμένες από τις κατοπινές πληγές...

Φορολογών τη ζάχαρη, φορολογών τα σύκα
Όλη του περισσεύματος μας έκοψες τη γλύκα

Έτσι σατιρίζει το περιοδικό «Άστυ» τους απανωτούς φόρους, με τους οποίους η κυβέρνηση του Χαρίλαου Τρικούπη πασχίζει να αυξήσει τα έσοδα του κράτους. Βρισκόμαστε στα 1885, έτος έκδοσης του εν λόγω σατιρικού περιοδικού, διευθυντής του οποίου είναι ο δημοσιογράφος - γελοιογράφος Θέμος Άννινος.

Την αμείωτη «σπιρτάδα» του περιοδικού εγγυώνται συνεργάτες όπως ο Γιώργος Σουρής, ο Κωστής Παλαμάς, ο Γιώργος Δροσίνης, ο Μιχάλης Μητσάκης και άλλες ταλαντούχες πένες.

Ο χειμώνας του 1887 είναι βαρύς, τα μέσα θέρμανσης λίγα, τα λεφτά που απαιτούνται για την απόκτησή τους ακόμη λιγότερα. Το «Άστυ» συμβουλεύει, με χιούμορ αρκούντως φλεγματικό:
«Μη δίνετε το χέρι σας σε ανθρώπους δακρινομένους δια την ψυχραιμίαν των. Μην περνάτε ούτε εξ αποστάσεως από τον Άρειον Πάγον».


Ολοταχώς προς την τρίτη χρεοκοπία...

Η Ελλάδα είχε πτωχεύσει, ήδη, δυο φορές. Ας τις θυμηθούμε:
Η πρώτη ήταν το 1827. Οι λεγόμενες Μεγάλες Δυνάμεις αρνήθηκαν το δάνειο, με το οποίο ο Ιωάννης Καποδίστριας ήλπιζε ότι θα «αναγεννούσε» την οικονομία.
Ο τότε κυβερνήτης υπολόγιζε ότι η οικονομική ανόρθωση θα επέτρεπε στη χώρα, συν τοις άλλοις, να αρχίσει να εξοφλεί τα περιβόητα «Δάνεια της Ανεξαρτησίας» (1824,1825), το μεγαλύτερο τμήμα των οποίων δαπανήθηκε στην προπληρωμή προμηθειών και τόκων, καθώς και σε παραγγελίες πολεμικού υλικού που δεν έφθασε ποτέ, εδώ...
Από το συνολικό ποσό που διέθεσαν ως δάνειο οι αγγλικές τράπεζες, υπολογίζεται πως μόνο το 20% κατέφθασε στην Ελλάδα. Οι όροι του δανεισμού ήταν βεβαίως επαχθείς. Συμπεριλάμβαναν και υποθηκεύσεις κτημάτων, τα οποία είχαν εγκαταλείψει οι Τούρκοι.

«Δια την συντήρησιν των βαυαρικών στρατών»

Η «καμπάνα» της δεύτερης πτώχευσης ήχησε το 1843. Πώς φθάσαμε εκεί; Λονδίνο και Παρίσι είχαν δανείσει στον Όθωνα 60 εκατομμύρια φράγκα, εκ των οποίων τα 33 διατέθηκαν αμέσως για την αποπληρωμή των «Δανείων της Ανεξαρτησίας».
Πώς αξιοποιήθηκαν τα υπόλοιπα- εξαιρουμένων εκείνων της τρίτης δόσης, που δεν δόθηκε ποτέ; Να τι έγραψε ο Άγγελος Αγγελόπουλος στο «Δημόσιον χρέος της Ελλάδος» (1937, Εκδόσεις Ζαχαρόπουλου):
«Τα 12, 5 εκατομμύρια δια την εξαγοράν από μέρους της Τουρκίας των επαρχιών Αττικής, Ευβοίας και μέρους της Φθιώτιδος και 7,5 εκατομμύρια δια την συντήρησιν των βαυαρικών στρατών».
Η Ελλάδα αγόραζε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία με δανεικά κι η διεθνής χρηματοπιστωτική «αυτοκρατορία» την είχε δεμένη χειροπόδαρα!
Αξίζει πάντως να παρατηρήσει κανείς ότι για τη συντήρηση των στρατευμάτων του Όθωνα (μόνο, άραγε;) δαπανήθηκε το 60% των χρημάτων που χρειάστηκαν για την αγορά 2,5 ...σημερινών νομών! Μπόλικες «προμήθειες» πρέπει να πήραν οι επιτήδειοι...
Στις επόμενες δεκαετίες το ελληνικό κράτος μοιραία κατέφυγε κυρίως στον εσωτερικό δανεισμό. Μέχρι το 1879 - τότε άρχισε πάλι να ... θεριεύει ο εξωτερικός δανεισμός

Για αποπληρωμή δανείων, μέχρι και το 50% των κρατικών εσόδων

Από τη δεκαετία του 1860 άρχισε στη χώρα να αναπτύσσεται η ναυτιλία, η βιομηχανία, αλλά και ο τραπεζικός τομέας. Οι δυναμικές, ανερχόμενες οικονομικές ελίτ συσπειρώθηκαν γύρω από τον Χαρίλαο Τρικούπη, ο οποίος ανέλαβε την πρωθυπουργία το 1881. Οι παραδοσιακές «κάστες», βρήκαν την πολιτική τους έκφραση στο πρόσωπο του Δηλιγιάννη.
Το 1881 η Ελλάδα προσάρτησε τη Θεσσαλία και την Άρτα. Τα συνακόλουθα ποσά που χρειάστηκε να δοθούν στην Τουρκία, άρχισαν να θερμαίνουν τη «μηχανή» μεγέθυνσης του εξωτερικού χρέους.
Επί Τρικούπη άρχισε υλοποιείται ένα τιτάνιο πρόγραμμα ανάπτυξης υποδομών, που υπερέβαινε τις οικονομικές δυνατότητες της χώρας. Για την αποπληρωμή των δανείων, η κυβέρνηση ξόδευε το 40% - 50% των εσόδων της.
Κάπου εδώ συναντάμε τη σάτιρα, στην οποία επιδίδεται το περιοδικό «Αστυ», ακριβώς στα μέσα της δεκαετίας του 1880, για τη ζάχαρη και τα σύκα...
Να όμως που το κακό- άλλο κακό, αυτό- επεκτείνεται και στη σταφίδα: Κατά την ... καταραμένη αυτή δεκαετία μειώνονται δραματικά οι εξαγωγές της σταφίδας, που είναι το βασικό εξαγώγιμο προϊόν, καθώς ανακάμπτουν σε σημαντικό βαθμό οι γαλλικές εξαγωγές.
Ελλειμματικοί κρατικοί προϋπολογισμοί και αρνητικά ισοζύγια πληρωμών, κάθε χρόνο. Αδυναμία αποπληρωμής των δανείων. Όλα δείχνουν ότι η πτώχευση είναι θέμα χρόνου. Το «δυστυχώς, επτωχεύσαμεν» του Τρικούπη, τον Δεκέμβριο του 1893, βρίσκει το εξωτερικό χρέος της χώρας στα 585,4 εκατομμύρια φράγκα.

«Μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά, δεν δίνουμε κουπόνι...»

Είναι η τρίτη πτώχευση του νεοελληνικού κράτους. Αυτή τη φορά, όμως, υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι του πνεύματος, έτοιμοι, ικανοί να κάνουν το χειλάκι των συμπατριωτών τους «να σκάσει». Τουλάχιστον όσων συμπατριωτών τους γνωρίζουν ανάγνωση.
Κάπως έτσι, της πτώχευσης το κρίμα το «αναλύει» η ... ρίμα
Τέσσερις ημέρες έπειτα από το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν», ο ποιητής Βαγγέλης Κουσουλάκος δημοσιεύει, με το ψευδώνυμο «Πελαργός» στίχους σαν κι αυτούς:
Μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά
Δεν δίνουμε κουπόνι
Τα βρήκαμε πολύ στενά
Γιατί δεν έχουμε λιανά
Και ρίχνουμε κανόνι

Οι έμποροί μας δεν πωλούν
Εις την οδόν Αιόλου
Τα μαγαζάκια των σφαλούν
Και δίχως διόλου να μιλούν
Τραβούν κατά διαβόλου
Κάπως έτσι ήταν βεβαίως τα πράγματα -στην Αιόλου- προτού καν επέλθει και επισήμως η κρατική πτώχευση. Ο «Πελαργός», όμως, είχε ραμφίσματα και για την πολιτική εξουσία. Δηλαδή για τον Τρικούπη:
Στα δυο του χέρια τα γυμνά
Κρατεί του Κρουπ κανόνια
Για δανειστάς δεν μεριμνά
Τους δίνει πέντε στ' αχαμνά
Και φεύγουν τα κωθώνια

Οι δανειστές φεύγουν χλωμοί
Το φοβερό του χέρι,
δεν κάνει πλέον πληρωμή,
Ξέρει να ζήση με τιμή
Και να τα σκάζη ξέρει...

Βαρειά, βαρειά, βουίζ' η γη
Ένα κανόνι πέφτει
Παντού τρομάρα και κραυγή
Παντού φυγή χωρίς ...φαγί
Ζήτω του πρωτοψεύτη!

Οι σύντροφοί του οι χαζοί
Τον βλέπουν χορτασμένοι
Και τραγωδούν μ' αυτόν μαζί,
Πως «όσω τρων το έθνος ζή
Και σαν δεν τρων πεθαίνει
Το ποίημα του Κουσουλάκου είναι άλλωστε αφιερωμένο, όπως ο ίδιος τονίζει, «εις τον κανονιέρην Χ, Τρικούπην».

«Που μας θαρρούσαν φρόκαλα και πρώτους τενεκέδες....»

Ο Σουρής πάντως επιστρατεύει λιγότερη τραχύτητα, χαλιναγωγημένη διάθεση ευθείας πολιτικής καταγγελίας και περισσότερο «σοφιστικέ» πνεύμα.
Πλάθει ένα «ψήφισμα μέγα εν συστολή, του Περικλέτου και του Φασουλή» - των δυο μόνιμων ηρώων του. Ψήφισμα το οποίο ανιχνεύει τη ... θετική πλευρά του «κανονιού».
Ιδόντες Κραταιότατε, πως η χρεωκοπία
είναι εντελής ανάρρωσις και μόνη θεραπεία,
ότι προς τούτην συμφωνεί και του Ρωμηού η φύσις,
που δεν ανέχεται δεσμά, μηδέ ζυγών αλύσσεις,
μα τα τινάζη καταγής ημέρα μεσημέρι
και μήτε χρεωλύσια και τόκους υποφέρει
Ιδόντες με την κανονιά πώς τίποτε δεν χάσαμε,
απεναντίας μάλιστα πάρα πολύ ησυχάσαμε
και κάπως φιγουράραμε μ' αυτήν την μπαταρία
και μέσα στην Ανατολή και μεσ' την Εσπερία
και σήμερα μιλούν παντού για' μας τους ρεμπεσκέδες,
που μας θαρρούσαν φρόκαλα και πρώτους τενεκέδες
Ιδόντες πως οι δανεισταί πολύ μας φοβερίζουν
κι αδιάκοπα συνέρχονται κι αδιάκοπα μας βρίζουν
και κάθε φαύλος δανειστής και της Ευρώπης λιάπης
σε κάθε γλώσσα παρδαλή βρισιαίς μας δίνουν τόσαις,
καθώς το Ευαγγέλιον, εκείνο της Αγάπης,
που στη Δευτέρα Ανάστασιν, σ' επτά το λένε γλώσσαις

«Ο Τρικούπης κολυμπά εις πέλαγος δανείων, χωρίς να βρίσκει πάτο»

Ένα μήνα προτού συμπληρωθεί έτος από το «δυστυχώς, επτωχεύσαμεν», ο ανεπανάληπτος Σουρής σχολιάζει κάτι ακόμη: Την απόφαση να διοργανώσει η χρεοκοπημένη Ελλάδα Ολυμπιακούς Αγώνες, το 1896.
Έτσι, στο τεύχος του θρυλικού, ήδη, «Ρωμηού» της 12ης Νοεμβρίου 1894 ( το εν λόγω σατιρικό έντυπο του Σουρή κυκλοφορεί από τον Απρίλιο του προηγούμενου έτους), ο Φασουλής κι ο Περικλέτος φαντάζονται τον Τρικούπη να συμμετέχει στο αγώνισμα της κολύμβησης...
Αλλ' όμως και κολυμβητών παράποτε σπανίων
κατέρχεται φουσάτο,
ο δε Τρικούπης κολυμπά εις πέλαγος δανείων
χωρίς να βρίσκει πάτο
Είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις, κατά τις οποίες ένας πρωθυπουργός θα συνυπέγραφε τέτοια σάτιρα! Βλέπετε, εν αντιθέσει προς το Στέμμα ο Τρικούπης ήταν πολέμιος της ιδέας να αναλάβει η χώρα τη διοργάνωση των Αγώνων, σε τέτοιες εποχές.
Στον απόηχο των Αγώνων, το 1897, υπό συνθήκες εθνικιστικής έξαψης, η Ελλάδα εμπλέκεται σε πόλεμο με την Τουρκία- έναν πόλεμο που είναι ανέτοιμη, από πολλές πλευρές, να φέρει σε πέρας επιτυχώς. Η ήττα είναι αναπόφευκτη και έχει αφόρητες συνέπειες και στον οικονομικό τομέα.
Η χώρα καλείται να καταβάλλει στους νικητές, ως πολεμική αποζημίωση, το ποσό των τεσσάρων εκατομμυρίων τουρκικών λιρών. Υποχρεούται επίσης να υποστεί Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο για το γιγάντιο- πάλι- εξωτερικό χρέος. Ο «Έλεγχος» δεν περιορίζεται στη διαχείριση του συνόλου των οικονομικών πόρων του κράτους. Καθορίζει και τη νομισματική του πολιτική.
Οι μετέπειτα πόλεμοι είτε κερδίζονται (1912-13) είτε χάνονται (εκστρατεία στη Μικρά Ασία, καταστροφή του '22), αλλά στο οικονομικό πεδίο υπάρχει ένα σταθερό στοιχείο: Ο εξωτερικός δανεισμός «φουντώνει» και πάλι.
Σε αυτό διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο η στρατιωτική ήττα του 1922. Οι ανάγκες περίθαλψης των προσφύγων, σε συνδυασμό με την επιχείρηση ανασυγκρότησης του στρατού απαιτούν κεφάλαια, που δεν υπάρχουν.

«Μήπως να φορολογούσαμε τους άγαμους;»

Ο πληθωρισμός το 1921 ήταν 13%, αλλά το 1923 «τρέχει» με 62%! Το ελληνικό κράτος πασχίζει να σταθεροποιήσει τη δραχμή.
Το 1928 η νεοσυσταθείσα κεντρική Τράπεζα ορίζει την ισοτιμία της δραχμής με βάση το αγγλικό νόμισμα: Μία στερλίνα, 375 δραχμές. Το οικονομικό επιτελείο νιώθει κάποια ανακούφιση, αλλά το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού δεν βιώνει ουσιαστική διαφορά, καθώς αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες σημαντικές, έως και εφιαλτικές.
Αναδουλειά, ένδεια, αγωνία για το μέλλον κυριαρχούν, σχεδόν παντού.
Πενία τέχνας κατεργάζεται... Αν αυτό ισχύει για την ένδεια των ανθρώπων, των φυσικών προσώπων, γιατί να μην ισχύει και για το κράτος που βλέπει τα ταμεία του να αδειάζουν;
Αντιγράφουμε από το βιβλίο του Γιάννη Καιροφύλα «Η Αθήνα του Μεσοπολέμου» (εκδόσεις Φιλιππότη):
«Οι Αθηναίοι ξυπνάνε ένα πρωινό και διαβάζουν στις εφημερίδες την πληροφορία ότι ετοιμάζεται ένα φορολογικό νομοσχέδιο που αφορά τους άγαμους. Ο υφυπουργός των Οικονομικών στα 1928 σκέπτεται να φορολογήσει τα γεροντοπαλίκαρα, για να ενισχύσει μ' αυτόν τον τρόπο τον κρατικό προϋπολογισμό, αλλά και για να επιλύσει το πρόβλημα της αναπαραγωγής του γένους.. Το θέμα προκαλεί πολλές συζητήσεις. Ακούγονται τα υπέρ και τα κατά. Γίνονται σχόλια, γράφονται άρθρα και φυσικά το θέμα πέφτει στα μολύβια των γελοιογράφων»...
Το ζήτημα κάποια στιγμή «παγώνει», προτού προλάβει να γεννηθεί κανένα σύνθημα, του τύπου «ακρίβεια, ανεργία, πληθωρισμός- και από πάνω δίλημμα: χαράτσι ή γαμπρός;»...

Οι ξένες χορεύτριες και το δίλημμα «καμπαρέ ή ... κουμπουρέ»

Η οικονομική κατάσταση είναι άσχημη, σε όλα τα «πεδία». Την πρώτη εβδομάδα του Οκτωβρίου 1929, μάλιστα, ανακοινώνεται η προσωρινή αναστολή της λειτουργίας του Χρηματιστηρίου Αθηνών.
Είναι χαρακτηριστικό ότι αυτή η ...πρόγευση «κραχ» προηγείται κατά τρεις εβδομάδες του χρηματιστηριακού «κραχ» της Νέας Υόρκης, που θα επηρεάσει ολόκληρο τον πλανήτη.
Διανύουμε το 1931 και οι αξιωματούχοι της κυβέρνησης του Ελευθέριου Βενιζέλου πασχίζουν να βρουν κάποιες λύσεις, έστω και ως «μπαλώματα», για τον περιορισμό της ανεργίας. «Δεν παίρνουν κανένα σοβαρό μέτρο» παρατηρεί ο Γιάννης Καιροφύλας και προσθέτει:
«Άλλοι προτείνουν να κρατηθεί προς ενίσχυση των ανέργων ένα τσιγάρο από κάθε πακέτο. Ο Δήμος προτείνει να συσταθεί ένα εβδομαδιαίο λαχείο κατά το υπόδειγμα της ιταλικής λοταρίας. Μερικοί γελάνε, γιατί ανάμεσα στα μέτρα προστασίας των ανέργων αποφασίστηκε ν' απαγορευθεί να έρχονται στην Ελλάδα ξένες χορεύτριες».
Είναι η ιδιότυπη, αρχέγονη επιβεβαίωση του κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο σε περιόδους κρίσης πλήττονται πρώτα οι αλλοδαποί- εν προκειμένω οι αλλοδαπές...
Γράφει μια εφημερίδα:
«Ένεκα τούτου, ένα εκ των καμπαρέ ανέλαβε να καταρτίση προσωπικόν εξ ελληνίδων χορευτριών. Θα επιτύχη όμως ή θα επαναληφθή η ιστορία των παλαιών καφέ σαντάν, όπου η διασκέδασις διεκόπτετο ελληνοπρεπέστατα με τις κουμπούρες των θαμώνων, που ήστραπτον και εβροντούσαν κάθε βράδυ; Αλλά εν τοιαύτη περιπτώσει αυτό πλέον δεν θα είναι καμπαρέ, αλλά ... κουμπουρέ».

Η «φυγή» των 3,6 εκατομμυρίων δολαρίων

Τα χειρότερα όμως καταφθάνουν, με «όχημα» το ωστικό κύμα του αμερικανικού «κραχ». Στις 20 Σεπτεμβρίου 1931 το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης Βενιζέλου πληροφορείται πως η Αγγλία εγκατέλειψε τον «κανόνα του χρυσού», στον οποίο έως τώρα στηρίζεται η στερλίνα.
Το αγγλικό νόμισμα κατρακυλά. Η κυβέρνηση αποδεσμεύει τη δραχμή από αυτό και την «παντρεύει» με το δολάριο, που διατηρεί σταθερή σχέση με το χρυσό. Ένα δολάριο ισούται με 77,05 δρχ.
Τα πάντα όμως μοιάζουν με κινήσεις εγκλωβισμένου σε κινούμενη άμμο: Στο τέλος της εβδομάδας 21- 26 Σεπτεμβρίου, απελπισμένη η κυβέρνηση Βενιζέλου καταμετρά απώλειες συναλλαγματικών διαθεσίμων της τάξης των 3,6 εκατομμυρίων δολαρίων.
Επικαλούμενος «προβλήματα υγείας» παραιτείται ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Αλέξανδρος Διομήδης, Όλοι γνωρίζουν ότι διαφωνούσε με τον Βενιζέλο ως προς το «τι δέον γενέσθαι». Τα ηνία της Τράπεζας αναλαμβάνει ο Εμμανουήλ Τσουδερός.
Κάπως έτσι, μια δεκαετία έπειτα από τη μικρασιατική καταστροφή, καταφθάνει και η ... μακροοικονομική.

Ο «κανών του χρυσού» και η Γερμανία που δεν δίνει αποζημιώσεις

Όλα δείχνουν, πλέον, προδιαγεγραμμένα. Την άνοιξη του 1932 ο Βενιζέλος αναγκάζεται, με σημαντική – κατά πολλούς μοιραία- καθυστέρηση, να εγκαταλείψει το «χρυσό κανόνα» και να υποτιμήσει την δραχμή. Είναι όμως πολύ αργά, ήδη.
Την πρωτομαγιά του 1932 ο Βενιζέλος ανακοινώνει στη Βουλή την πτώχευση της Ελλάδας και την στάση πληρωμών του εξωτερικού χρέους. Σύμφωνα με την προηγηθείσα ανακοίνωση έκθεσης του υπουργού Οικονομικών, Κυριάκου Βαρβαρέσσου, η Ελλάδα χρωστά στο εξωτερικό 2,868,1 εκατομμύρια χρυσά φράγκα.
Από τον Απρίλιο του 1932, έχει καταφθάσει μια ακόμη κακή είδηση- αυτή τη φορά, από τη Λωζάνη: Εκεί πραγματοποιήθηκε διάσκεψη των νικητών και των ηττημένων του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Συμφωνήθηκε να ανασταλεί η πληρωμή των πολεμικών αποζημιώσεων κι έτσι η Ελλάδα έχασε ένα σημαντικό ποσό, που ήλπιζε να εισπράξει από τους Γερμανούς και τους Συμμάχους τους, στον πόλεμο.

Ο ... παραπονιάρης Βενιζέλος αγορεύει στη Βουλή

Παραμένουμε στον Απρίλιο του 1932. Κατά το τελευταίο δεκαήμερο του μήνα στη Βουλή γίνεται μια θυελλώδης συνεδρίαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο Βενιζέλος ... δεν προλαβαίνει να μετρά τα πυρά που στρέφονται εναντίον του.
«Μοιρολάτρη» τον αποκαλεί ο πρόεδρος της Δημοκρατικής Ένωσης, Αλέξανδρος Παπαναστασίου. Τότε ο Βενιζέλος αντιλαμβάνεται ότι του έχει απομείνει μια μόνο «ασπίδα»: Ο αυτοσαρκασμός και μάλιστα ο ... παραπονιάρικος, ώστε να ηρεμήσουν τα πνεύματα και να σχηματιστούν κάποια υπομειδιάματα στα στόματα των βουλευτών.
Τι κάνει ακριβώς; Υποδύεται τον πεθαμένο και φαντάζεται τον Παπαναστασίου να εκφωνεί τον επικήδειο! Έτσι, στη Βουλή ο Βενιζέλος εκφωνεί ο ίδιος τον ... αποχαιρετιστήριο, νεκρώσιμο λόγο προς τον εαυτό του, «αποδίδοντάς τον» στον πολιτικό του αντίπαλο...
«Αγαπητοί φίλοι, ο προκείμενος νεκρός ήτο ένας αληθινός άνδρας, με μεγάλο θάρρος, με αυτοπεποίθησιν και δι' αυτόν και δια τον λαόν, τον οποίον εκλήθη να κυβερνήση. Ίσως έκαμε πολλά σφάλματα, αλλά ποτέ δεν του απέλιπε το θάρρος, ποτέ δεν υπήρξε μοιρολάτρης, διότι δεν περίμενε ποτέ από την μοίραν του να ίδη την χώρα προηγμένην, αλλά έθεσεν εις την υπηρεσίαν αυτής όλον το πυρ το οποίον είχε μέσα του, κάθε δύναμιν, ψυχικήν και σωματικήν. Αυτά όλα θα μου ψάλη τότε ο αγαπητός αρχηγός της Δημοκρατικής Ενώσεως. Και ας προσέξη να μην του τα θυμίση κανείς τότε. Θυμήσου ότι όταν εζούσε τον είπες και μοιρολάτρην...»

«Να πάρουμε τις βέρες; Να απολύσουμε τις γυναίκες από το Δημόσιο;»

Το κλίμα στη Βουλή εκτονώνεται κάπως, αλλά η αντίστροφη μέτρηση για την εποχή Βενιζέλου έχει ήδη αρχίζει. Η κοινωνία «κοχλάζει»: Ένα μεγάλο απεργιακό κύμα πιστοποιεί ότι οι αντοχές του κόσμου έχουν εξαντληθεί.
Ανεξάντλητες, όμως, παραμένουν οι «ιδέες» για την αντιμετώπιση (;) της κρίσης. Δυο εξ όσων διατυπώνονται και ... συζητιούνται, μεταξύ σοβαρού και αστείου: Να κατάσχει το κράτος τις βέρες όλων των νυμφευμένων και να απολυθούν οι γυναίκες δημόσιοι υπάλληλοι!
Σημειώνει ο Καιροφύλας:
«Η αγορά είναι αναστατωμένη. Οι χονδρέμποροι κρύβουν τα τρόφιμα. Οι έμποροι ακριβαίνουν όλα τα είδη, χωρίς να ρωτήσουν κανέναν. Τα πάντα πετάνε στα ύψη. Οι εφημερίδες κάνουν λόγο για κύμα αυτοκτονιών».
Είναι η ουδόλως «πικάντικη» και γαλφυρή πλευρά των πραγμάτων. Και είναι- δυστυχώς – η κυρίαρχη πλευρά...


Πηγή: Οταν ο Σουρής σάρκαζε την πτώχευση & ο Βενιζέλος εκφωνούσε τον επικήδειό του! | Ειδήσεις και νέα με άποψη http://www.iefimerida.gr/node/55219#ixzz2w5h6kvzy

/*/
Οι Πτωχεύσεις της Ελλάδας


Πολύς λόγος γίνεται τελευταία για τη χρεωκοπία ή πτώχευση της Ελλάδας, λόγω αδυναμίας εξυπηρέτησης του εξωτερικού της χρέους. Διεθνούς φήμης οικονομολόγοι, πολιτικοί, αλλά και κυβερνητικοί σύμβουλοι έχουν καταναλώσει μεγάλες ποσότητες φαιάς ουσίας για να αποδείξουν το αναπόδραστον του πράγματος, υποδεικνύοντας μάλιστα και πιθανές ημερομηνίες της πτώχευσης.

Οι Έλληνες, στα 190 χρόνια της σύγχρονης ιστορίας τους, έχουν βιώσει την εμπειρία της πτώχευσης συνολικά τέσσερεις φορές. Την πρώτη το 1827, όταν ο πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας, Ιωάννης Καποδίστριας, βρέθηκε σε δεινή θέση να μην μπορεί να εξυπηρετήσει τα δύο δάνεια του Αγώνα που είχαν ληφθεί το 1824 και το 1825 και κατασπαταλήθηκαν. Ήταν μια ιδιόμορφη πτώχευση, αφού εκείνη την περίοδο η  Ελλάδα ήταν κράτος “εν τη γενέσει”. Γι’ αυτό και κάποιοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι η Ναυμαχία του Ναυαρίνου, που κατοχύρωσε την ανεξαρτησία της χώρας, έγινε και με σκοπό οι δανειστές μας να εισπράξουν τα λεφτά τους από ένα οργανωμένο κράτος.
Την εξυπηρέτηση του δανείων της Επανάστασης ανέλαβε τελικά η βασιλεία του Όθωνα το 1832.
Πήρε νέο δάνειο 60 εκατομμυρίων δραχμών από τους αδελφούς Ρότσιλντ (Μάιος 1833), το οποίο οι Άγγλοι το είχαν αρνηθεί στον “ρωσόφιλο” Καποδίστρια, πριν από πέντε χρόνια. Οι προστριβές με τους δανειστές ήταν καθημερινό φαινόμενο, η οικονομία δεν προόδευε, πόροι για την αποπληρωμή του δεν υπήρχαν κι έτσι ο Όθωνας πήρε σκληρά αντιλαϊκά μέτρα, τα οποία επιτάχυναν τις πολιτικές εξελίξεις και στις 3 Σεπτεμβρίου 1843 εκδηλώθηκε το στρατιωτικό κίνημα Καλλέργη, που οδήγησε στην παραχώρηση Συντάγματος από τον βασιλιά. Μετά την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου, η χώρα μας κήρυξε στάση πληρωμών.

Μόλις το 1879 η Ελλάδα ανέπνευσε οικονομικά από τους πιστωτές της και άρχισε να ξαναδανείζεται από τις ξένες χρηματαγορές. Τα επόμενα χρόνια ήταν περίοδος έντονης ανάπτυξης, με πρωτεργάτη τον Χαρίλαο Τρικούπη. Η χώρα δανείστηκε μεγάλα ποσά για έργα υποδομής, όπως ο σιδηρόδρομος και η διάνοιξη της διώρυγας της Κορίνθου, αλλά και για την υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας, δηλαδή της απελευθέρωσης των ελληνικών εδαφών, που ανήκαν στη θνήσκουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η κρίση στη διάθεση της σταφίδας, του βασικού εξαγωγικού προϊόντος της χώρας, επέτεινε το πρόβλημα του χρέους και ο πρωθυπουργός Χαρίλαος Τρικούπης αναγκάστηκε να αναφωνήσει στη Βουλή στις 10 Δεκεμβρίου του 1893 το περίφημο «Κύριοι, δυστυχώς επτωχεύσαμεν!». Η κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο μετά την ήττα των ελληνικών όπλων στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897, οπότε η χώρα μπήκε υπό Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο (6 Σεπτεμβρίου 1897), με την επιβολή των γνωστών μονοπωλίων σε σπίρτα, τσιγάρα, οινόπνευμα και άλλα προϊόντα.

Στις αρχές του 20ου αιώνα η ελληνική οικονομία βελτιώθηκε αισθητά, αλλά η Μικρασιατική Καταστροφή το 1922 με την εισροή 1,5 εκατομμυρίων προσφύγων στην Ελλάδα, ανάγκασε τις κυβερνήσεις να καταφύγουν σε δανεισμό για να αντιμετωπίσουν το οξύ πρόβλημα. Η κρίση του 1929 με το κραχ της Γουόλ Στριτ είχε και τις παρενέργειές της και στην Ελλάδα. Η δραχμή δέχθηκε μεγάλες πιέσεις, τα συναλλαγματικά αποθέματα εξανεμίστηκαν και στις 18 Απριλίου 1932 από την Ελβετία, όπου ευρίσκετο, ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος αναγκάστηκε να κηρύξει στάση πληρωμών, δηλαδή πτώχευση, την τελευταία εμφανή, προς το παρόν, στη σύγχρονη ελληνική ιστορία.


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/512#ixzz2w5kFlW8d


επίσης :
Η ΠΤΩΧΕΥΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΤΟ 1843
http://www.iskra.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=1010:-1833-&catid=55:an-oikonomia&Itemid=283


/*/
Τα δάνεια του '21
Στις 12 Απριλίου 1823 η έκθεση της δωδεκαμελούς επιτροπής, που είχε ορίσει η Β' Εθνοσυνέλευση για να συντάξει ένα πρόχειρο προϋπολογισμό του επαναστατημένου Έθνους δεν άφηνε κανένα περιθώριο για την κρισιμότητα της κατάστασης: Τα έξοδα του πρώτου εξαμήνου του 1823 θα ανέρχονταν σε 38 εκατομμύρια γρόσια και τα έσοδα σε μόλις 12 εκατομμύρια γρόσια. Η φορολογία, οι τελωνειακοί δασμοί, οι λείες, τα λάφυρα, τα λύτρα, ο εσωτερικός δανεισμός, οι εισφορές ντόπιων και φιλελλήνων, δεν ήταν ικανές να ισοσκελίσουν τον προϋπολογισμό. Η έκθεση της Επιτροπής κατέληγε με την προτροπή να γίνεται καλύτερη διαχείριση του δημόσιου χρήματος από τους τοπικούς άρχοντες και την ανάγκη να αναζητηθούν νέοι πόροι. Η ανάγκη εξωτερικού δανεισμού ήταν πλέον μονόδρομος.

Στις 2 Ιουνίου 1823 το Εκτελεστικό (Κυβέρνηση) εξουσιοδότησε τους Ιωάννη Ορλάνδο, Ανδρέα Ζαΐμη και Ανδρέα Λουριώτη να μεταβούν στο Λονδίνο και να συνάψουν δάνειο 4.000.000 ισπανικών ταλλήρων. Η επιτροπή καθυστέρησε να αναχωρήσει, λόγω έλλειψης χρημάτων για τα έξοδα του ταξιδιού, τα οποία κάλυψε με δάνειο ο Λόρδος Βύρων. Στις 26 Ιανουαρίου 1824, ο Ιωάννης Ορλάνδος και ο Ανδρέας Λουριώτης έφθασαν στην αγγλική πρωτεύουσα και ύστερα από έντονες διαπραγματεύσεις, στις οποίες πήραν μέρος και μέλη του Φιλελληνικού Κομιτάτου, συνομολόγησαν ένα δάνειο 800.000 λιρών με τον οίκο Λόφναν (9 Φεβρουαρίου 1824). Το δάνειο είχε τόκο 5%, προμήθεια 3%, ασφάλιστρα 1,5% και περίοδο αποπληρωμής 36 χρόνια. Ως εγγύηση για την αποπληρωμή του δανείου τέθηκαν από ελληνικής πλευράς τα δημόσια κτήματα και όλα τα δημόσια έσοδα.

Όμως, το ποσό που έφθασε στην επαναστατική διοίκηση ήταν μόλις 298.000 λίρες, αφού το παραχωρούμενο δάνειο είχε οριστεί στο 59% του ονομαστικού (472.000 λίρες) και από αυτό παρακρατήθηκαν 80.000 ως προκαταβολή τόκων δύο ετών, 16.000 για χρεολύσια, 2.000 ως προμήθεια και άλλες δαπάνες. Σύμφωνα με τη δανειακή σύμβαση, το ποσό θα αποστέλλονταν στις Τράπεζες Λογοθέτη και Βαρφ, που έδρευσαν στην αγγλοκρατούμενη Ζάκυνθο και θα παραδίδονταν τμηματικά στην ελληνική κυβέρνηση, ύστερα από έγκριση της επιτροπής που την αποτελούσαν ο Λόρδος Βύρων, ο συνταγματάρχης Στάνχοπ και ο Λάζαρος Κουντουριώτης.

Παρότι «ληστρικό», το δάνειο χαιρετίστηκε στην Ελλάδα ως πολιτική επιτυχία της Επανάστασης και ως έμμεση αναγνώριση του Ελληνικού Κράτους. Πάντως, οι ελπίδες που στηρίχτηκαν πάνω του θα διαψευστούν οικτρά, καθώς θα χρησιμοποιηθεί για να κερδίσει η παράταξη Κουντουριώτη την εμφύλια διαμάχη. Μεγάλη ευθύνη για τους δυσμενείς όρους σύναψης του δανείου είχαν και οι δύο διαπραγματευτές, ο γιαννιώτης πολιτικός Ανδρέας Λουριώτης και ο σπετσιώτης πλοιοκτήτης Ιωάννης Ορλάνδος, οι οποίοι σπατάλησαν μεγάλα ποσά στο Λονδίνο, ζώντας πολυτελώς, σε αντίθεση με τους αγωνιστές, που πολεμούσαν με μεγάλες στερήσεις.

Στις 31 Ιουλίου 1824, το Βουλευτικό αποφασίζει τη σύναψη και νέου δανείου, λίγες εβδομάδες μετά την καταστροφή της Κάσου και των Ψαρών κι ενώ η Επανάσταση βρίσκεται σε κρίσιμο στάδιο. Το δεύτερο δάνειο ανέλαβε ο τραπεζιτικός οίκος των αδελφών Ρικάρδο με ονομαστικό κεφάλαιο 2.000.000 λιρών (26 Ιανουαρίου 1825). Τη διαπραγματευτική ομάδα αποτελούσαν και πάλι οι Λουριώτης και Ορλάνδος. Όπως και στο πρώτο δάνειο, το καθαρό ποσό περιορίστηκε στις 816.000 λίρες, αφού το παραχωρούμενο δάνειο είχε οριστεί στο 55% του ονομαστικού (1.100.000) και από αυτό παρακρατήθηκαν 284.000 λίρες για προκαταβολή τόκων δύο ετών, χρεολύσια, προμήθεια και άλλες δαπάνες.

Ενώ, όμως, το ποσό του πρώτου δανείου το διαχειρίστηκε η ελληνική κυβέρνηση, έστω και με σκανδαλώδη τρόπο, τη διαχείριση του δεύτερου δανείου ανέλαβαν οι άγγλοι τραπεζίτες και τα μέλη του Φιλελληνικού Κομιτάτου, παραγκωνίζοντας τους έλληνες εκπροσώπους. Από το δάνειο διατέθηκαν: 212.000 λίρες για την αναχρηματοδότηση του πρώτου δανείου, 77.000 για την αγορά όπλων και πυροβόλων, από τα οποία λίγα έφθασαν στην Ελλάδα, 160.000 για την παραγγελία 6 ατμοκίνητων πλοίων, από τα οποία μόνο τρία έφθασαν στην Ελλάδα («Καρτερία», «Επιχείρηση», «Ερμής») και 155.000 για τη ναυπήγηση δύο φρεγατών σε ναυπηγεία της Νέας Υόρκης, από τις οποίες μόνο η μία («Ελλάς») ήλθε στην Ελλάδα, ενώ η δεύτερη πουλήθηκε για να χρηματοδοτηθεί η πρώτη. Τελικά, στην Ελλάδα έφθασε μόνο το ποσό των 232.558 στερλινών, δηλαδή λιγότερο από εκείνο που έλαβε κατά το πρώτο δάνειο, αν και το δεύτερο είχε συναφθεί σε υπερδιπλάσιο ύψος.
Και τα δύο δάνεια προβλεπόταν ότι θα ενίσχυαν τον Αγώνα, τον οποίον όχι μόνο δεν ωφέλησαν, αλλά υπήρξαν αφετηρία εξάρτησης της χώρας από την Αγγλία. Επί Βαυαροκρατίας, ο Υπουργός Οικονομικών Γεώργιος Σπανιολάκης (1838) κατηγόρησε τους δύο διαπραγματευτές ότι ιδιοποιήθηκαν χρήματα από τις αγοροπωλησίες μετοχών των δανείων και επιπλέον τον Ορλάνδο ότι παρακράτησε ποσό 5.900 λιρών από τα δύο δάνεια. Μάλιστα, το Ελεγκτικό Συνέδριο προχώρησε σε προσημείωση των περιουσιακών τους στοιχείων.






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου