"Ω Κρίτων, έφη, τω Ασκληπιώ ωφείλομεν αλεκτρυόνα. αλλά απόδοτε και μή αμελήσητε" Σωκράτης, 469-399 π.Χ.

Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013

Λαυρεωτικά : Η ιστορία, όπως δε διδάσκεται στα σχολεία

79
Η ιστορία, όπως δε διδάσκεται στα σχολεία
«Λαυρεωτικά» με αριθμούς και γεγονότα
Ελευθεροτυπία, 79 Αυγούστου 1982 



2 Αυγούστου 1874, ημέρα Τρίτη. Στο κατάστημα του υπουργείου Οικονομι­κών έχουν συγκεντρωθεί ένας συμβολαιογράφος, οι μάρτυρες και οι συμβαλλό­μενοι: «αφ' ενός μεν ο κ. Θ.Β. διεκπεραιωτής παρά των υπουργείων των Οικο­νομικών, ενεργών ως αντιπρόσωπος του Δημοσίου, δυνάμει της (...) διαταγής του κυρίου επί των Οικονομικών υπουργού, και αφ' ετέρου ο κ. Ιωάν. Β. Σερπιέρης, βιομήχανος (...) και συνωμολόγησαν τα εξής: Το Δημόσιον της Ελλάδος παραχωρεί δωρεάν προς τον κ. Ιωάννην Β. Σερπιέρην εις την κοιλάδα Κυπρια­νού του Δήμου Λαυρίου έκτασιν στρεμμάτων βασιλικών εκατόν τεσσαράκοντα επτά (...) δια την κατασκευήν εργοστασίων προς επεξεργαοίαν της παρ' αυτού παραγόμενης μεταλλίτιδος (...) υπό τους εξής όρους: α) να κυρωθή και η παραχώρησις αύτη νομοθετικώς (...) β) εν περιπτώσει μη νομοθετικής κυρώσεως ο Ιω. Β. Σερπιερης υποχρεούται να αποζημίωση το Δημόσιον με την αξίαν της παραχωρηθείσης αυτώ εκτάσεως κατ' εκτίμησιν πραγματογνωμόνων».



Την εποχή εκείνη ο νόμος (103 ν. ΣΙΒ' 1852) όριζε ότι «των καθ' έκαστον έτος γενομένων εκποιήσεων, παραχωρήσεων, προικοδοτήσεων και άλλων απαλ­λοτριώσεων, δημοσίων κτημάτων παρουσιάζονται (υπό του υπουργού των Οικο­νομικών) εις τας Βουλάς ιδιαίτεροι πίνακες, φανερώνοντες τα ονόματα των λαβόντων (…) το είδος του κτήματος και την αξίαν αυτού». Έχει κριθεί, με την απόφαση 443/1977 του Αρείου Πάγου, ότι «εκ των διατάξεων τούτων σαφώς συνάγεται ότι ο υπουργός των Οικονομικών, έχων την εξουσίαν περί την διοίκησιν της δημοσίας περιουσίας, ηδύνατο κατ' αρχήν, ως εκπρόσωπος του Ελληνι­κού Δημοσίου, να συναπτή εγκύρως και σύμβασιν έτι δωρεάς ακινήτου (...) υπό την αίρεσιν νομοθετικής κυρώσεως της».
Η υποβολή στη Βουλή προς κύρωση της δωρεάς του τότε υπουργού Οικονο­μικών προς το βιομήχανο Ι. Σερπιέρη έπρεπε να γίνει, όπως είδαμε, ως το τέλος του χρόνου της δωρεάς (δηλαδή ως τις 31 Δεκ. 1874). Όμως ο τότε υπουργός Οικονομικών (και όλοι οι υπουργοί έκτοτε), για λόγους που ο αναγνώστης μπορεί μόνος του να πιθανολογήσει, δεν έφερε τη δωρεά στη Βουλή προς επικύρωση. Ούτε πάλι. μια και δεν υπήρχε επικύρωση, άσκησε τα δικαιώματα που είχε το Δημόσιο, σε περίπτωση που δε θα γινόταν νομοθετική κύρωση. Ένα χρόνο μετά ο Ι. Σερπιέρης έδωσε την έκταση αυτή ως εισφορά του, για να γίνει μέτοχος της ανώνυμης εταιρίας «Γαλλική Εταιρία Μεταλλείων Λαυρίου». Στο καταστατικό της εταιρίας αναφέρεται ρητώς ότι το ακίνητο των 147 βασιλικών στρεμμάτων είχε παραχωρηθεί με την επιφύλαξη της νομοθετικής κύρωσης. Ύστερα από δυο χρονιά, το 1876, ο υπουργός των Οικονομικών παραχώρησε δωρεάν στη «γαλλι­κή εταιρία» άλλα 242 βασιλικά στρέμματα. Και πάλι με την αίρεση ότι η δωρεά θα επικυρωθεί από τη Βουλή. Αλλά και πάλι δίχως να ενημερωθεί ποτέ η Βουλή.
Πέρασαν εκατό χρόνια. Κανένας υπουργός Οικονομικών δεν έφερε στη Βουλή προς κύρωση τις κρίσιμες εκείνες δωρεές των 389 βασιλικών στρεμμά­των. Είναι άγνωστο αν οι εκάστοτε τμηματάρχες, διευθυντές, γενικοί διευθυν­τές και οι άλλοι ταγοί της λαμπρής ελληνικής δημοσίας διοίκησης πήραν ποτέ μυρουδιά την εκκρεμότητα εκείνη, ή αν την ήξεραν και απλώς «έκαναν την πα­πιά». Βέβαιο είναι ότι πολύ και εύλογα δυσφορούσαν, κάθε φορά που κάποιοι βλάσφημοι χαρακτήριζαν το εκάστοτε εκλεκτό επιτελείο του υπουργείου Οικο­νομικών ως «μανδαρίνους». Στο διάστημα αυτό η δωρεοδόχος γαλλική εταιρία, όπως δέχονται δυο δικαστικές αποφάσεις (8120 και 8121 του 1975 Πολ. πρωτο­δικείου Αθηνών), «προέβη και εις πωλήσεις (ορισμένων μικρών τμημάτων του επιδίκου προς τρίτους». Δηλαδή έκοβε και πούλαγε οικόπεδα, με μέτρο βέβαια, για τον καθορισμό του τιμήματος που της πλήρωναν οι αγοραστές της «την σημερινήν τεραστίαν αξίαν του επιδίκου».
Λένε ακόμη οι αποφάσεις αυτές του πρωτοδικείου ότι «καθ’ όλον το ανω­τέρω χρονικόν διάστημα, το ενάγον (σημείωση: δηλαδή το ελληνικό δημόσιο) όχι μόνον δεν εξεδήλωσε διαμαρτυρίαν ή δυσφορίαν τινά, αλλ' απεναντίας εβοήθει παντοιοτρόπως την εναγομένην (δηλαδή την εταιρία) δια δανείων, εγκρίσεως ρυμοτομικών σχεδίων, χορηγήσεως αδειών λειτουργίας και ανοικοδομήσεων, δια την εν γένει λειτουργίαν και οικονομικήν πρόοδον αυτής». Βέβαια, αν αυτά, δη­λαδή ότι το κράτος «εβοήθει παντοιοτρόπως» την εταιρία για την «οικονομικήν πρόοδον αυτής», τα έλεγε κανένας εργάτης, είχε σίγουρο το φακέλωμα του ως «αριστερού» που είχε την αναίδεια να προβαίνει στη διασπορά ψευδών ειδήσε­ων.
Όμως, κάθε φρόνιμος νοικοκύρης θα παραδεχτεί ότι τα φακελώματα εκεί­να επιβεβαιώνουν το πόσο ευσυνείδητα τα όργανα του ελληνικού κράτους αγρυ­πνούσαν πάντοτε για τη διαφύλαξη της έννομης τάξης. Και μπροστά στο φόρτο εργασίας και στην υπερκόπωση που είχαν τα όργανα της τάξης, για να μπορούν να αντιμετωπίζουν τα διάφορα τεχνάσματα των διαφορών αριστερών προπαγαν­διστών, φυσικό ήταν να μην είχαν περιθώρια άλλης δράσης. Έτσι εξηγείται η παρατήρηση των δύο αποφάσεων του πρωτοδικείου, σχετικά με τις πωλήσεις οικοπέδων από τη γαλλική εταιρία προς τρίτους, «των οποίων ελάμβανε γνώσιν το ενάγον (σημείωση: δηλαδή το κράτος) δια των εκείσε αρμοδίων οργάνων και υπηρεσιών του (δασικής, αγρονομίας, αστυνομίας, εφορίας κλπ.)».
Και, για κοίταξε, τι σου είναι ο κόσμος! Κάποτε γκρέμισε ο φούρνος της γειτονιάς μας και ξύπνησε το ελληνικό δημόσιο! Θυμήθηκε ότι δεν είχε γίνει επικύρωση των δωρεών από τη Βουλή! θυμήθηκε ότι οι δωρεοδόχοι νέμονταν, καρπώνονταν και ξεπουλούσαν τα 389 βασιλικά στρέμματα, δίχως να έχουν πλη­ρώσει στο δημόσιο ούτε μια δεκάρα τσακιστή, ως αποζημίωση! Και τότε, το ελ­ληνικό δημόσιον κινήθηκε. Ναι! Μα το Θεό! Έκανε δυο διεκδικητικές αγωγές εναντίον της γαλλικής εταιρίας, ζητώντας πίσω τα ακίνητα.
Η εναγόμενη γαλλική εταιρία ισχυρίστηκε στο δικαστήριο, με αγανάχτηση που δύσκολα κρυβόταν, ότι «δια της τοιαύτης επί εκατόν περίπου έτη ου μόνον αδρανείας του ενάγοντος, αλλά παροχής αυτή θετικής συνδρομής και πάσης υποστηρίξεως, της εγεννήθη η εύλογος και ασφαλής πεποίθησις, ότι το ενάγον εθεώρει πλέον αυτήν οριστικήν κυρίαν του επίδικου (...) και ότι δεν ήτο δυνατόν μετά ταύτα, και μετά παρέλευσιν εκατόν περίπου ετών (...) ν' άσκηση το ένδικον δικαίωμα του, ούτινος επομένως η ενάσκηοις τυγχάνει εντελώς καταχρηστι­κή». Και τι δεν είπε η εναγόμενη εταιρία, για να στηρίξει τον ισχυρισμό της καταχρηστικής συμπεριφοράς του δημοσίου! θυμήθηκε ότι είχε δώσει δουλειά σε φτωχούς ανθρώπους! Είχε επιμεληθεί για το χτίσιμο «συνοικισμού εργατικών κατοικιών (...), αναλώσασα προς τούτοις εκατοντάδας εκατομμύρια γαλλικά φράγκα και δραχμάς. Ότι η επιχείρησις αύτη ήκμασε και λειτουργεί εισέτι επί εκατόν περίπου χρόνια από τότε, με τεράστια ωφέλη δια την εθνικήν οικονομίαν» κλπ., κλπ.
Το δικαστήριο δικαίωσε την καημένη την εταιρία Μάλιστα πείστηκε αμέσως για το δίκιο της. Γιαυτό θεώρησε περιττό να διατάξει αποδείξεις. Είπε ότι «τα προεκτεθέντα περιστατικά θεωρούνται πλήρως αποδεδειγμένα, καθ' όσον (...) πασίδηλα τυγχάνουσι τα περιστατικά της από τότε βιομηχανικής εν τω επιδίκω δραστηριότητος της εναγομένης, της εν αυτή εργασίας εκατοντάδων εργατοϋ­παλλήλων και των μεγάλων ωφελημάτων της εθνικής οικονομίας, καθ' όσον τυγχάνουσι, ιδία εκ των εφημερίδων, ούτω κοινώς γνωστά, ώστε να μην υπάρχη εύλογος τις αμφιβολία περί της αληθείας αυτών». Έτσι απέρριψε τις αγωγές
Είναι αλήθεια ότι και το εφετείο τις απέρριψε. Όμως με εντελώς διαφορε­τική αιτιολογία. Δε συγκινήθηκε το εφετείο από τους ισχυρισμούς για δήθεν καταχρηστική συμπεριφορά του κράτους που ζητούσε πίσω τα κτήματα του. Δεν ήταν για το εφετείο πασίδηλα τα «μεγάλα ωφέλη της εθνικής οικονομίας». Και, λάβετε υπόψη, ότι το εφετείο έκρινε έτσι το 1976, δηλαδή έξι χρόνια προτού βγουν στο . γυαλί της ΕΡΤ τα «Λαυρεωτικά» και ανοίξουν τα μάτια του κόσμου. Το εφετείο Αθηνών είπε (3171/1976). λέξη προς λέξη, ότι «παραμένει κύριον του επιδίκου το δημόσιον, η δε εναγομένη, μη κτησαμένη την κυριότητα του εις αυτήν δοθέντος, νομίμως κατέχει την επίδικον έκτασιν δυνάμει της άνω συμβάσε­ις παραχωρήσεως ταύτης εις αυτήν». Με απλά λόγια: κυριότητα έχει το ελληνι­κό δημόσιο, και η εναγόμενη εταιρία έχει μόνο την κατοχή για τις ανάγκες της λειτουργίας του μεταλλείου, και πάντως όσο θα ισχύει και δε θα ανακαλείται η περιορισμένη αυτή παραχώρηση. Αυτά επικυρώθηκαν και από τον Άρειο Πάγο (443 και 444/1977 του Γ' τμήματος, καθώς και 401/1978 της Ολομέλειας).
Παρόλο που με δύναμη δεδικασμένου είχε κριθεί ότι «παραμένει κύριον του επίδικου το δημόσιον», η γαλλική εταιρία έκανε αγωγή, ζητώντας να αναγνωριστεί ότι δεν έχει κυριότητα το δημόσιο, αλλά αυτή!
Γιατί άραγε έγινε αυτή η πρόδηλα απαράδεκτη αγωγή, αφού υπήρχε ήδη αντίθετο δεδικασμένο; Εγώ δεν ξέρω. Και σίγουρα δεν έχουν απτές αποδείξεις ούτε αυτοί που διαδίδουν, πως η αγωγή έγινε για να υπάρχει, λέει, ανοιχτή διαδι­κασία και να δικαιολογεί συμβιβασμό με το ελληνικό δημόσιο. Εγώ θα συμβού­λευα τους αναγνώστες να αποφεύγουν τέτοιες εικασίες. Μπορεί να γίνονταν χαριστικές πράξεις πριν εκατό χρόνια από τους τότε υπουργούς Οικονομικών. Αλλά αυτό δεν αρκεί για να σπεύδει κανείς ανεξέταστα σε παραλληλισμούς. Άλλωστε η διαφορά αντιλήψεων επιβεβαιώνεται και από την ταχύτητα, με την οποία ενέργησαν τα αρμοδία όργανα το 1980, σ' αντίθεση με την εκατοντάχρονη ραθυμία και μακαριότητα που είχε προηγηθεί.
Παρακολουθείστε, με τι ταχύτητα κινήθηκαν ήδη όλοι: 20 Φεβρουαρίου 1980 ασκείται η αγωγή της γαλλικής εταιρίας. Δυο μήνες μετά (22 Απριλίου), και πριν ακόμη εκδικαστεί η αγωγή της εταιρίας, υποβάλλεται αίτηση στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους για συμβιβασμό. Στις 13 Ιουνίου συντάσσεται το πρακτι­κό με τη θετική γνωμοδότηση της πλειοψηφίας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το συμβιβασμό. Σύμφωνα με το πρακτικό αυτό της 13 Ιουνίου 1980, «ο εισηγητής αναφέρεται εις την εν τω υπ' αριθ. 106986 φακέλλω έγγραφον πρότασίν του (προσηρτημένην τω παρόντι εν αντιπεφωνημένω αντιγράφω» Τρεις μέρες αργότερα (16 Ιουνίου) συντάσσεται η έγγραφη πρόταση του εισηγη­τή που είχε προσαρτηθεί στο πρακτικό της 13 Ιουνίου. Πριν συμπληρωθεί μήνας (8 Ιουλίου 1980) το πρακτικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους εγκρίνεται με επισημειωματική πράξη του υπουργού των Οικονομικών. Και σε τι συνίσταται αλήθεια ο συμβιβασμός; Παρόλο που με δύναμη δεδικασμένου είχε κριθεί ότι «παραμένει κύριον του επιδίκου το δημόσιον», με το συμβιβασμό αναγνωρίστηκε ότι είχε κυριότητα η εταιρία, από τα 242 βασιλικά στρέμματα του ανενεργού συμβολαίου του 1876, μεταβίβασε (μάλιστα αυτή μεταβίβασε!) στο ελληνικό δη­μόσιο την κυριότητα τριαντατριών στρεμμάτων. Για την ακρίβεια μεταβίβασε και αλλά 125 στρέμματα από άλλη έκταση, της οποίας η κυριότητα ίσως να ήταν αμφίβολη, κάτι που ξεπερνάει τα περιορισμένα όρια, για να εξεταστεί σ' αυτή τη στήλη. Ξεπερνάει ακόμη τα όρια αυτής της στήλης το να επιμείνει κανείς περισσότερο στο ότι η κυβέρνηση της Αλλαγής άσκησε στις 3 Ιουνίου 1982 αγωγή για την ακύρωση του περίεργου εκείνου συμβιβασμού.
Βέβαια μερικοί αγανάχτησαν. Σύνδεσαν αστόχαστα τα παλιά με τα καινούργια. Άλλοι πάλι σύνδεσαν τους παλιούς αγώνες των μεταλλωρύχων με τους σημερινούς. Όμως τα πράγματα αποκαταστάθηκαν με μια δήλωση του τότε υπουργού Οικονομικών που δημοσιεύθηκε, πριν λίγες μέρες, στις εφημερίδες. Η δήλωση εκείνη κατέληγε έτσι: «και θέτω το ερώτημα στους πολυώνυμους υβριστές μου. Όλοι οι δικαστικοί λειτουργοί που απεφάνθησαν όπως αναφέρε­ται παραπάνω, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και οι καθηγητές του Πανεπι­στημίου, κινήθηκαν σε βάρος του δημοσίου και δεν είδαν τα πραγματικά νομικά περιστατικά;». Η δήλωση αυτή είναι σίγουρα καταπέλτης. Το ερώτημα που τίθε­ται είναι αληθινά εντυπωσιακό. Και πραγματικά στηρίζεται σε πολύ πρωτότυπη επιχειρηματολογία.
- Είπε ο πρώην υπουργός ότι «τα αρμόδια δικαστήρια πρωτοδίκως και κατ' έφεσιν απεφάνθησαν ότι δεν δικαιούται το ελληνικό δημόσιο την έκτασιν». Και μήπως δεν είναι έτσι; Μήπως δεν είχαν απορριφθεί οι αγωγές του δημοσίου; Τι δηλαδή; Επειδή υπήρχε στην απόφαση του εφετείου εκείνη η φράση «παραμέ­νει κύριον του επιδίκου το δημόσιον»; Αυτό το είπε το εφετείο «παρεμπιπτόν­τως». Είναι δίχως σημασία Κι ούτε είναι υποχρεωμένος κανείς να θυμάται μια ασήμαντη διαταξούλα της πολιτικής δικονομίας (το άρθρο 331) που λέει ότι «το δεδικασμένον εκτείνεται και επί των παρεμπιπτόντως κριθέντων ζητημάτων (...)».
- Είπε ακόμη ο πρώην υπουργός πολύ πειστικά ότι «προ του κινδύνου απώ­λειας από το δημόσιο ολοκλήρου της παραχωρηθείσης εκτάσεως, ο τότε υπουρ­γός Οικονομικών κ. Α.Κ. άρχισε σκληρές διαπραγματεύσεις με την γαλλική εται­ρία που είχαν σαν αποτέλεσμα να υποχρεωθεί η εταιρία να προσφύγει για συμβι­βασμό στην Ολομέλεια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους». Βέβαια κάποιοι δύσπιστοι ίσως αναρωτηθούν, πότε άραγε έγιναν οι σκληρές αυτές διαπραγμα­τεύσεις; Στο δίμηνο που μεσολάβησε ανάμεσα στην άσκηση της αγωγής της και στην υποβολή της αίτησης για συμβιβασμό ή πριν ακόμη ασκηθεί η αγωγή; θα μπορούσε ακόμη να αναρωτηθεί κανείς, τι είδους πειθαναγκασμός της εταιρίας ήταν «να υποχρεωθεί να προσφύγει για συμβιβασμό», αφού της αναγνωρίστηκαν τα 389 βασιλικά στρέμματα που δεν της είχαν αναγνωρίσει τα δικαστήρια, από τα οποία δέχτηκε να μεταβιβάσει (αυτή, η μη κυρία, στο ελληνικό δημόσιο, που είχε αναγνωρισμένη κυριότητα) 33 μόλις στρέμματα; Όμως καθένας καταλαβαί­νει πως τέτοιες απορίες θα ήταν κακόπιστες. Όπως κακόπιστο θα ήταν να θυ­μηθεί κανείς ότι το ίδιο το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, και μάλιστα δίχως να έχει ακόμη το δεδικασμένο για το ότι «παραμένει κύριον του επιδίκου το δημόσιον», είχε γνωμοδοτήσει ομόφωνα το 1971 (γνωμοδ. 403/26. 2. 1971) ότι η κρίσιμη έκταση «εξακολουθεί να ανήκη εις το δημόσιον» Κακόπιστο θα ήταν ακόμη να θυμηθεί κανείς ότι, και η περίφημη γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους το 1980 είχε εκδοθεί με τη μειοψηφία πέντε συμβούλων. Προδήλως τέτοιου είδους κακόπιστες διαδόσεις θα είχαν συμβάλει και θα εξώθησαν την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ να καταργήσει νομοθετικώς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, πριν λίγους μήνες.
- Με πολύ πειστικότητα αναφέρθηκε ακόμη ο πρώην υπουργός στη γνωμοδότηση τριών καθηγητών των Πανεπιστημίων Αθηνών και Θεσσαλονίκης που «γνωμοδότησαν ότι η Γαλλική Εταιρία Λαυρίου είχε αποκτήσει την κυριότητα» Και πολύ σωστά έθεσε το ερώτημα αν «οι καθηγητές του Πανεπιστημίου κινήθη­καν σε βάρος του δημοσίου». Είναι γνωστό ότι, στις δύσκολες δίκες, οι διάδικοι φροντίζουν να παίρνουν γνωμοδοτήσεις πανεπιστημιακών καθηγητών για να στη­ρίξουν τις θέσεις τους. Ήταν λοιπόν αναμφίβολο δικαίωμα της εταιρίας να πά­ρει τις γνωμοδοτήσεις που πήρε και που βεβαίωναν ότι αυτή και όχι το δημόσιο «είχε αποκτήσει κυριότητα». Ούτε κλονίζεται η πειστικότητα και η αντικειμενικό­τητα των γνωμοδοτήσεων αυτών από το γεγονός ότι ο ένας από τους καθηγητές που είχαν δώσει τις γνωμοδοτήσεις στη γαλλική εταιρία, είχε παραστεί και ως δικηγόρος της στο Γ’ τμήμα και στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Αυτό, όσο κι αν δε συνηθίζεται, πάντως δεν απαγορεύεται από κανένα νόμο.
Γίνεται έτσι φανερό ότι ο αναγνώστης δε θα έπρεπε, σε καμιά περίπτωση, να επηρεαστεί από οποιαδήποτε ενδεχόμενη αρνητική κρίση μου, που άθελα μου ίσως να ξέφυγε σε τούτο το κείμενο. Ο αναγνώστης θα πρέπει να σταθεί στα γεγονότα. Αυτά και μόνο αρκούν για να διαμορφώσει δική του υπεύθυνη γνώμη.

πηγή : http://www.kostasbeys.gr/articles.php?s=3&mid=1096&mnu=1&id=22779 
Ο Κώστας Μπέης είναι ομότιμος καθηγητής της πολιτικής δικονομίας στο πανεπιστήμιο Αθηνών. 
Μ' αυτήν την ιδιότητα έχει κληθεί και έχει διδάξει και σ' άλλα πανεπιστήμια, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. το βιογαρφικό του  http://www.kostasbeys.gr/author.php

----------------------------------------------------------------------------------

Τα Λαυρεωτικά και το Χρηματιστήριο «Η ωραία Ελλάς»
Τα ορυχεία του Λαυρίου, η τράπεζα Μπέρινγκ, η εταιρεία Ρου - Σερπιέρι, ο Ανδρέας Συγγρός και ο συναφής προβληματισμός από τη μετοχική μανία στα μέσα της δεκαετίας του 1870
Πηγή : http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=93832

Στην προοπτική των κερδών από τις μετοχές είναι αδύνατο να αντισταθεί ένας λαός που αγαπά τις αποταμιεύσεις και συνάμα τις περιπέτειες» έγραφε από την Αθήνα τον Μάρτιο του 1873 ο γάλλος πρέσβης Ζυλ Φερύ. Ενώ λίγους μήνες αργότερα, τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, ο Μπέρινγκ (προφανώς της οικογενείας της φερώνυμης τράπεζας) διαβεβαίωνε με επιστολή του τον λόρδο Γκράνβιλ, υπουργό Εξωτερικών της Βρετανίας, πως τα κοιτάσματα και συνακολούθως οι μετοχές του Λαυρίου «θα κάνουν τον κάθε Ελληνα πλούσιο».
Υπάρχει λόγος να ανασύρουμε εκ του μακρινού παρελθόντος αυτές τις δύο τηλεγραφικές φράσεις; Μάλλον το επιβάλλει το κλίμα της επικαιρότητας, η σύγχρονή μας «μετοχική μανία», ο πυρετός του Χρηματιστηρίου και ο πυρετός των μικρομετόχων, που εδώ και μήνες αλλά κυρίως τις τελευταίες εβδομάδες είναι το κυρίαρχο στοιχείο της ελληνικής καθημερινότητας. Ακόμη και μια βιαστική επίσκεψη στο παρελθόν, σε μια εποχή όπου ακόμη δεν είχε ιδρυθεί ελληνικό Χρηματιστήριο ούτε υπήρχε Τράπεζα της Ελλάδος αφήνει εμβρόντητο και τον πιο επιπόλαιο «ερευνητή» για το πόσο η φήμη και η ψυχολογία οιστρηλατούσαν τους έλληνες μετόχους. Για να κρίνουμε δε πόσο καλός σύμβουλος είναι η φήμη και οι εικασίες ας αρκεσθούμε στην περίπτωση Μπέρινγκ: όχι μόνο το θέμα του Λαυρίου κατέληξε στην οικονομική καταβαράθρωση των μικρομετόχων στα μέσα της δεκαετίας του 1870 αλλά επιπλέον η ίδια η φερώνυμη τράπεζα Μπέρινγκ κατέρρευσε 120 χρόνια αργότερα (μόλις προ διετίας), εξαιτίας των εγκληματικά λανθασμένων προβλέψεών της!
Αν έπρεπε λοιπόν στα τέλη του 1997, και μεσούσης της περί το Χρηματιστήριο αγωνίας (και πτώσης των τιμών), να είχαμε κάτι να προτείνουμε δεν είναι παρά η ανάγνωση και ο συναφής προβληματισμός: τα Λαυρεωτικά, κεφάλαιο σύνθετο και άκρως ακανθώδες στην ελληνική οικονική ιστορία, είναι ένα χτυπητό παράδειγμα. Ολο τον ιστό των γεγονότων και των σημασιών τους τον δίνει καίρια ο καθηγητής Γιώργος Δερτιλής στο Ζήτημα των Τραπεζών (1980)· οι εφημερίδες της εποχής με τη ρητορεία τους (διόλου αβαθή εν τούτοις) μεταφέρουν το κλίμα που διαμορφώθηκε από την εντυπωσιακή άνοδο που έφερε πλουτισμό και την ακόμη εντυπωσιακότερη πτώση που προξένησε τον ολοσχερή και οριστικό καταποντισμό των περιουσιών· ο Εμμανουήλ Ροΐδης μέσω της εφημερίδας του, του «Ασμοδαίου», είναι ο δίχως έλεος σχολιαστής (και ο ίδιος άλλωστε είχε καταστραφεί οικονομικά) καθώς και τα Απομνημονεύματα του Ανδρέα Συγγρού ­ όλα αυτά θα έπρεπε να βρίσκονται στο προσκέφαλο των σημερινών επενδυτών.
Ενα συντομότατο ιστορικό είναι απαραίτητο. Από το 1864 η γαλλική εταιρεία Ρου - Σερπιέρι ανέλαβε την εκμετάλλευση των ορυχείων του Λαυρίου. Προϊόντος του χρόνου προέκυψαν διαφορές μεταξύ της εταιρείας και της κυβερνήσεως Κουμουνδούρου, με κεντρικό σημείο αιχμής τις «εκβολάδες» των υπολειμμάτων των μεταλλευμάτων που βρίσκονταν επί του εδάφους. Οσο υπήρχε η επιμονή κυρίως εκ μέρους του Επ. Δεληγιώργη ότι οι εκβολάδες ήσαν εθνικές και η εταιρεία είχε δικαίωμα μόνο εξορύξεως και όχι εκμεταλλεύσεως των υπέργειων μεταλλευμάτων, άλλο τόσο συνδαυλιζόταν η φημολογία ότι το Λαύριο έκρυβε ποταμούς χρυσού. Η διένεξη οξυνόταν, η εταιρεία απειλούσε ότι θα φέρει τις γαλλικές και ιταλικές κανονιοφόρους, έπεσε η κυβέρνηση και πρωθυπουργός πλέον ο Δεληγιώργης ανέλαβε την επίλυση του ζητήματος. Η φημολογία περί αμύθητου πλούτου εξακολουθεί και η εταιρεία Σερπιέρι βεβαίως δεν έχει κανένα λόγο να βάλει φρένο καθώς κάτι τέτοιο θα μείωνε την τιμή των μετοχών της. Η κυβέρνηση αναζητά αγοραστή των μετοχών της εταιρείας, αυτός ανευρίσκεται κυρίως εις το πρόσωπο του εκ Κωνσταντινουπόλεως τραπεζίτη Ανδρέα Συγγρού και οι μετοχές μεταβιβάζονται εις την τράπεζάν του, την «Τράπεζαν Κωνσταντινουπόλεως». Η νέα μεταλλουργική εταιρεία προχωρεί σε μετοχοποίησή της και τότε μανία απόκτησης μετοχών καταλαμβάνει τους πάντες, ακόμη και τους έχοντες τα μικρότερα βαλάντια. Μετοχές αξίας 200 δρχ. πωλούνται 310 δρχ., περιουσίες φτιάχνονται σε μία νύχτα αλλά ουδείς ασχολείται με το κατά πόσον υπάρχει το ανάλογο αντίκρισμα εντός των μεταλλείων. Οι εγγραφές για την αγορά μετοχών του Λαυρίου αποτελούν τις πρώτες χρηματιστηριακές πράξεις που έγιναν στην Αθήνα. Χρηματιστήριο δεν υπήρχε αλλά υπήρχε το καφενείον «Η ωραία Ελλάς» στη γωνία των οδών Ερμού και Αιόλου, το οποίο εκτελούσε χρέη Χρηματιστηρίου.
Η απότομη πυρετώδης άνοδος θα φέρει ακάθεκτο πτώση, οι μέτοχοι καταστρέφονται και αδιάψευστος μάρτυρας είναι το στοιχείο ότι στη διετία 1873-1875 διπλασιάστηκαν οι πτωχεύσεις. Ο Ανδρέας Συγγρός, επιχειρηματίας του 1870 αλλά με χειρισμούς και νοοτροπία που μοιάζει να ανήκει στον 20ό αιώνα και ο οποίος ξεκίνησε με την υπόθεση Λαυρίου την εντυπωσιακή επιχειρηματική του διαδρομή στην Αθήνα, θα είναι ο στόχος, όχι απαραιτήτως και ο ένοχος. Στην εισαγωγή των Απομνημονευμάτων του Συγγρού (θα κυκλοφορήσει ως το τέλος του χρόνου από την Εστία, οι επιμελητές της έκδοσης καθηγητής Αλκης Αγγέλου και η κυρία Μ. - Χ. Χατζηιωάννου δίνουν πολύ σαφή εικόνα:«Ξαφνικά ένα κοινό ανίδεο από οικονομικά, και το οποίο μπορούσε συνεπώς εύκολα να παρασυρθεί από λογής καιροσκόπους και κερδοσκόπους, εμπλέκεται σε μια δίνη πολυειδών ψευδαισθήσεων με άμετρες προσδοκίες. Ευκολόπιστοι και καλόπιστοι, αλλά και αφελείς οιΑθηναίοι κυρίως, πιστεύουν ότι είναι δυνατόν μια επιχείρηση αμελημένη εντελώς από τηναρχαιότητα, να τους λύσει το οικονομικό πρόβλημα και να μετατρέψει από τη μια στιγμή στην άλλη τη χώρα τους σε γη επαγγελίας. Χωρίς να λάβουν καν υπόψη τους ότι εκείνος που είχε κινήσει όλη την υπόθεση ήταν ένας ξένος επιχειρηματίας, ο οποίος δεν ήταν δυνατόν να ταυτίσει τις προσωπικές του επιδιώξεις από την επιχείρηση με τις προσδοκίεςτων Ελλήνων».
Ο Συγγρός, τα Λαυρεωτικά και ό,τι επακολούθησε παρέχουν στον Ροΐδη το έναυσμα και το υλικό για την οξύτερη και καλύτερη σάτιρά του. Στους «Ορισμούς», μέσα από τον «Ασμοδαίο», μαθαίνουμε τι σημαίνουν μεταλλείον και μέρισμα. «Μεταλλείον: Υπόγειος φενάκη». «Μέρισμα: Αρχαία λέξις, μεταπεσούσα εις αχρηστίαν».
Γελοιογραφία του «στρατηλάτη» Συγγρού κοσμεί φυσικά τις σελίδες της εφημερίδας (που άλλωστε είναι γνωστή και για την πληθώρα των αριστουργηματικών γελοιογραφικών πορτρέτων), ενώ η στήλη «Σκνίπες» σημειώνει δίχως έλεος: «Η πλουτολογική επιστήμη εξηκρίβωσε προ πολλού εκ τίνων στοιχείων συνίσταται ο υπό των μεγάλων πλην τιμίων τραπεζιτών και εμπόρων συσσωρευθείς πλούτος. Κατά τας ακριβεστέρας αναλύσεις, τα τάλαντα των Στεφάνοβικ, Ροδοκανάκη, Σίνα, Ράλλη και των τοιούτων συνίστανται εξ ίσων περίπου δόσεων φιλοπονίας, φειδούς, αγχινοίας και τύχης. Υποβαλόντες και ημείς εκ περιεργείας εις τοιαύτην χημικήν ανάλυσιν μίαν λίραν του στρατηλάτου, εύρομεν αυτήν απαρτιζομένην εκ των ακολούθων στοιχείων:
Δάκρυον ορφανού 0,02
Στεναγμοί χήρας 0,01
Πείνα συνταξιούχου 0,01
Εύνοια Τούρκου 0,03
Ελαστικότης κώδικος 0,05
Νωθρότης εισαγγελέως 0,03
Ευήθεια μετόχου 0,85».
Και αλλού στις «Σκνίπες»: «Η επιχείρησις του Λαυρίου επανήλθεν εις το αρχικόν αυτής σημείον, τον πατριωτισμόν. Φιλογενεία κινούμενος ο κ. Α. Τσιγκρός μετεχειρίσθη τα κεφάλαια ημών, ίνα σώση την Ελλάδα από της ξενικής επεμβάσεως. Οι δε προχθές αναλαβόντες την διεύθυνσιν προτίθενται αντί μερίσματος να προσφέρωσι κατ' έτος εις τους κ.κ. μετόχους την ηθικήν ικανοποίησιν ότι τα χρήματα αυτών χρησιμεύουσιν εις εμψύχωσιν της εθνικής βιομηχανίας. [...] Πολλοί ηπόρησαν τίνι τρόπω συνέλευσις μετόχων εξέλεξεν προχθές συμβούλιον εξ αμετόχων. Εφ' όσον γηράσκομεν τόσω μάλλον πειθόμεθα ότι εν πάση συνελεύσει η πλειοψηφία δεν είναι άλλο τι ειμή μόνο καρύκευμα παρασκευαζόμενοντην προτεραίαν κατά τους κανόνας στερεοτύπου τινός μαγειρικής. Το σφάλμα των μαγείρων της τελευταίας λαυριωτικής πλειονοψηφίας, υπήρξεν ότι δεν έκλεισαν καλά την θύραν του μαγειρείου εκ της οποίας εξήρχετο ανυπόφορος δυσωδία ραδιουργίας, χαβιαροχάνου και πατριωτισμού».
Ο πλουτισμός και η κερδοσκοπία δεν συνδέθηκαν τότε μόνο με τη μανία για μετοχές αλλά όξυναν και την όσφρηση των πάσης φύσεως κατόχων οικοπέδων και αγροτεμαχίων οι οποίοι οσμίζονταν στην ιδιοκτησία τους την ύπαρξη κρυμμένων πολύτιμων μεταλλευμάτων. «Πέτρες του Θεού θα δώσουμε, βουνά του Θεού θα δώσουμε, λίρες στερλίνες θα πάρουμε!...» αναφωνεί ο Μεγγλίδης, ο ήρωας του σπαρταριστού διηγήματος του Μιχ. Μητσάκη «Είς Αθηναίος χρυσοθήρας» που διαβάζεται σήμερα ως ρεπορτάζ της εποχής, με τους ευφάνταστους αφελείς Αθηναίους να θυμούνται ξεχασμένα από τους ίδιους και τον Θεό κατσάβραχα και να τα επισκέπτονται μέσα στη νύχτα, να παίρνουν δείγματα από τις πέτρες τους και να φιλοδοξούν να πλουτίσουν μέσα στο ίδιο βράδυ.
Δεν γνωρίζουμε ποιος από τους σημερινούς έλληνες πεζογράφους θα αποτυπώσει στα κείμενά του τη σημερινή «μετοχική μανία» των Ελλήνων και το θρίλερ που διεξάγεται αυτόν τον καιρό, από τις αρχές του χρόνου ως τώρα, στην οδό Σοφοκλέους. Είναι μάλλον απίθανο να προκύψει νέος Ροΐδης ή άλλος Συγγρός. Μπορεί η εποχή του 1870 να μοιάζει σήμερα γραφική και περασμένη. Προφανώς δεν είναι, έστω και μια ματιά να ρίξει κανείς στις μαρτυρίες της. Και αν αναλογιστεί και την τύχη της Τράπεζας Μπέρινγκ και την αστοχία στις προβλέψεις του ομώνυμου επιστολογράφου του, τότε ίσως υποψιαστούμε έστω ότι η φήμη, η μαγεία, δεν είναι ο καλύτερος σύμβουλος για τις επενδύσεις. 

--------------------------------------------------------------------------------------

Μιχαήλ Μητσάκης: «Είς Αθηναίος χρυσοθήρας»

Πρώτη έκδοση 1890, σε ανεξάρτητο τομίδιο

Ο συγγραφέας περιγράφει ένα τύπο της Αθήνας, τον Μεγγλίδη, που πίστευε ότι είχε βρει κοιτάσματα χρυσού σε ένα κτήμα του στον Ορωπό. Ένα κατάλοιπο των «Λαυριακών».

«…Υπήρχαν λοιπόν ακόμη λείψανα του περίεργου εκείνου καιρού…Το κεφάλαιον το περιλαμβάνων τα πέντε –έξι έτη καθ’ ά διήρκεσε θα ηδύνατο να περιγραφή αναλόγως προς τον Χρυσούν Αιώνα, τα Χρυσά Ετη της Ελλάδος. Αλλά ο χρυσός αυτός δεν έλαμπεν ή εν τη φαντασία εγρηγορότων οπτασιαστών και δεν εχρύσωνεν ή τα οράματα εξημμένων ονειροπόλων.
Μεταλλωρύχοι στο Λαύριο

Την έναρξιν αυτής εσημείωσεν η ανόρυξις των μεταλλουργείων του Λαυρίου. Εις ιταλοελληνικήν τινά εταιρείαν κερδοσκόπων εχόντων φαίνεται και αρχαιολογικάς γνώσεις είχεν επέλθη κατά το σωτήριον έτος 1869 η αρκετά πρωτότυπος ιδέα ότι τα υπό των αρχαίων συγγραφέων περιγραφόμενα εν Λαυρίω μεταλλεία αργύρου δεν είχαν ίσως ολοσχερώς εξαντληθή υπ’ εκείνων, αφού δε οι νεώτεροι χρόνοι είδαν το έκτακτον φαινόμενον ολοκλήρου λαού, τεθαμμένου τέως ως διαπαντός υπό την δουλείαν, ανισταμένου εκ νεκρών, δεν θα ήτο όλως παράβολος πιθανώς η σκέψις ότι δια καταλλήλου εργασίας θα ηδύνατο ν’ ανευρεθώσι και οι θησαυροί ούς είχε άλλοτε υπό την γην του κεκρυμμένοι…και ήρχισαν να αγοράζουν αφειδώς των χωρικών τα κτήματα. Συγχρόνως έστησαν προχείρως κ’ εργαστήρια τινά και επεχείρησαν ανασκαφάς, κ’ εξήγαγον τας επονομασθείσας εκβολάδας, χώμα τουτέστι και γης βόλους, των παλαιών ορυχείων τ’ απορρίμματα, εν οίς υπήρχεν αργυρούχος μόλυβδος ή άλλα ορυκτά. Εις τας Αθήνας έγινε γνωστόν πως εις το Λαύριον εξάγεται ασήμι, ο κόσμος συνεκινήθη ως εικός δια το καινότροπον άγγελμα… Αιφνιδία δίψα πλουτισμού κατέλαβε τα πλήθη, ην εκμεταλλευόμενοι οι έξωθεν επί τη ευκαιρία ταύτη επελθόντες τότε χρηματισταί υπεξέκαυσαν όλα τα μωρά ένστικτα του όχλου κ’ έδωκαν να πιστεύση εις αυτόν, ότι εκεί πέραν εις την Σουνιακήν άκραν, εκρύπτοντο θησαυροί αμύθητοι. Ολιγώτερα δε βεβαίως τούτων ήρκουν δια να μεταβληθούν αι τέως ήσυχαι Αθήναι, αι τέως ανατολίτισσαι Αθήναι , αι Αθήναι των νοικοκυρέων, των παντοπολών και των τραμπούκων, εις είδος τι αμερικανικής πόλεως μαινομένων χρυσοθήρων. Η επιχείρισις του Λαυρίου ωρίσθη να γίνη δια μετοχών, από της στιγμής δ’ εκείνης δεν υπήρξε άνθρωπος ώστε να μην φιλοδοξήσει ν’ αποκτήση τοιαύτας, να γίνη συμμέτοχος του μεγάλου έργου . Εξωθεν της Ωραίας Ελλάδος εγκαθιδρύθη το πρώτον πρόχειρον χρηματιστήριον και εμυήθη η τέως απλοϊκή Ελλάς , η Ελλάς των οικογενειών του 21 και των αναμήσεων του αγώνος , η Ελλάς ήτις ήταν ακόμα εν είδος οικογενείας και αυτή, τα θαύμασια της ζωής των πεπολιτισμένων κοινωνιών, τον περί το χρήμα αγώνα, τον δια παντός τρόπου πλουτισμόν, τα μυστήρια της κυβείας…Και έφερον τας οικονομίας αυτών, ετών πολλάκις ολοκλήρων, ζωής όλης…παν εί τι πολύτιμον, τον μισθόν του ο υπάλληλος, τα κέρδη του ταμείου του ο έμπορος, το ημεροδούλι του ο εργάτης, το μηνιαίον εκατοντάδραχμον όπερ υπό του πατρός του τώ εστάλη ο φοιτητής, τους αδάμαντας της μητρός του ο άσωτος κομψευόμενος, τα όπλα του ο αγωνιστής και τα έρριπτον εκεί εις το μεγάλον χωνευτήριον, εις το καζάνι του χρυσού, όπερ διεδίδετο ακαταπαύστως ότι έβραζεν, παράγον το παμπόπθητον το μέταλλον, που να πλουτίση την Ελλάδα πάσα έμελλε και ν’ αναδείξη Ρότσχιλδ όλους εν στιγμή. Κ’ ηγόραζον , ηγόραζον αντί του χρήματος των του πολλού αυτού , του αληθούς , ηγόραζον οι άνθρωποι χαρτί , μετοχών χαρτί με το καντάρι…Ητο αλήθεια λοιπόν ότι εκεί πάνω εις το Λαύριον , εις των βουνών τα έγκατα , χρυσός υπήρχε…Αφού δ’ εκεί υπήρχε , να μην υπάρχη ταχα διατί κι’ αλλού;…Καραβάνια ολόκληρα εξεκίνων από των πόλεων προς ανιχνεύσεις ανά τας ερημίας μερών άτινα υπετίθετο – διατί δε τούτο, άδηλον – πως θα εγκρύπτουν ορυκτά. Εταρίαι εσχηματίζοντο. Συμμορίαι μεταλλοκυνηγών διωργανούντο……. Καθ’ όλην την χώραν ουδέν άλλο ζήτημα, ουδέν άλλο θέμα, τίποτε εκτός αυτού δεν ενδιέφερεν…Αλλ’ όπως όλα, εξητμίσθη βαθμηδόν και αυτή η ορμή και κατηυνάσθη το μυστηριώδες πάθος και ησύχασαν τα εξαφθέντα νεύρα κ’ εκόπασεν ο πάταγος ο άλογος, πεισθέντος κατά μικρόν μετά πολλά του πλήθους ότι αυταπάτης θύμα ήν και ανοήτου ουτοπίας είχε γίνει παίγνιον…».
Ο Μητσάκης οδηγεί ως το τελικό αδιέξοδο την περίπτωση του όψιμου και αφελούς «χρυσοθήρα»

(Κυριακάτικη Αυγή: «Αναγνώσεις», Νο 128, 5/6/2005, με κείμενα των Γ. Δάλλα, Δ.Δημητρούλη, Ζιλ Ορτλιεμπ, Γ. Σταθάκη, Στ. Ροζάνη, Α. Ζήρα).

Πηγή : 
http://www.24grammata.com/?p=4907

----------------------------------------------------------------------------------------------------

Λαυρεωτικά 1869-1873: Η πρώτη αρπαγή δημόσιας περιουσίας 
( Το ναυάγιο του χρηματιστηριακού Ελντοράντο)

Συγγραφείς:   Συλλογικό έργο, Γιώργος Ν. Καραγιάννης, Γεωργία Μ. Πανσεληνά, Λήδα Παπαστεφανάκη, Γιώργος Ν. Δερμάτης, Γιούλη Κόκκορη,

Λαυρεωτικά 1869-1873: Η πρώτη αρπαγή δημόσιας περιουσίαςΤα "Λαυρεωτικά", η διαμάχη της ελληνικής κυβέρνησης με τη γαλλοϊταλική εταιρεία Roux et Cie για την εκμετάλλευση των εκβολάδων του Λαυρίου, αποτέλεσαν το υπ΄ αριθμόν ένα ζήτημα της επικαιρότητας της ελληνικής κοινωνίας και του Τύπου από το 1869 έως το 1873. Η διένεξη, αφού προκάλεσε την επέμβαση της γαλλικής και της ιταλικής κυβέρνησης και πολιτική κρίση στην Ελλάδα, λύθηκε με την αγορά όλων των δικαιωμάτων επί των σκωριών και εκβολάδων και των εγκαταστάσεων της εταιρείας από Ελληνες κεφαλαιούχους με επικεφαλής τον Ανδρέα Συγγρό. [...]

Μέσα από τις σελίδες τού "Ε Ιστορικά" παρουσιάζεται η λειτουργία της ελληνικής και της γαλλικής μεταλλευτικής εταιρείας του Λαυρίου, σκιαγραφείται η ζωή των μεταλλωρύχων και αποδίδεται παραστατικά ο πυρετός διαβουλεύσεων και αντεγκλήσεων για το επίμαχο θέμα των εκβολάδων και σκωριών του Λαυρίου μέσα στο ιστορικό πλαίσιο του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα. Παράλληλα, φωτίζεται η προσωπικότητα του επιχειρηματία Ανδρέα Συγγρού, εκπροσώπου του ομογενειακού κεφαλαίου.

Περιλαμβάνονται τα κείμενα:
- Γιώργος Καραγιάννης, "Τα Λαυρεωτικά ΄καθρέφτης΄ της Ελλάδας στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα"
- Λήδα Παπαστεφανάκη, "΄Ο αμείλικτος μόλυβδος...΄. Στοιχεία για τις συνθήκες εργασίας στα μεταλλεία και μεταλλουργεία του Λαυρίου το 19ο αιώνα και στις αρχές του 20ού αιώνα"
- Γιούλη Κόκκορη, "Το Λαύριον υπόσχεται μέλλον ευτυχέστερον δια τον τόπον..."
- Γεωργία Μ. Πανσεληνά, "Ο Ανδρέας Συγγρός και ΄Η ωραία Ελλάς΄..."
- Γιώργος Ν. Δερμάτης, "Η μεταλλευτική και μεταλλουργική βιομηχανία του Λαυρίου, 1865-1990: το μαύρο φως"

Σημείωση: Διανεμήθηκε δωρεάν μαζί με την "Ελευθεροτυπία" του Σαββάτου στις 16.7.2011. Χορηγός: Postbank.
23χ18 εκ., 192 σελίδες
Δέσιμο: Μαλακό εξώφυλλο
Ονομασία σειράς: Ιστορικά
Τόπος έκδοσης: Αθήνα
Ταξινόμιση DDC: 938.9 (Ελλάς - Ιστορία, Νεώτερη), 330.094 95 (Οικονομική ιστορία - Ελλάς)
Άλλα πρόσωπα: 
Αρτέμης Ψαρομηλίγκος (Επιμελητής) , Βασιλική Λάζου(Επιμελητής) ,

ISBN: 978-960-9487-88-7
ISBN (10ψήφιο): 960-9487-88-2 

Βάρος: 0.431 κιλά



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου